Η ζωή
Η Τζένη Μαστοράκη γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 1949. Σπούδασε βυζαντινή και μεσαιωνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1967 έως το 1972. Τα πρώτα γραπτά της εμφανίστηκαν στη στρατιωτική δικτατορία και ανήκουν στον λογοτεχνικό αστερισμό που ονομάστηκε γενιά του ’70. Οι νέοι αυτοί δημιουργοί αμφισβήτησαν κληρονομημένες κοινωνικές γλώσσες και συμβάσεις, χωρίς να μοιράζονται ενιαίο πρόγραμμα ή μία ποιητική φωνή.
Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν στην Αντι-ανθολογία του Δημήτρη Ιατρόπουλου το 1971. Ακολούθησε η πρώτη συλλογή, Διόδια, το 1972 στον Κέδρο, αφού η δουλειά της τράβηξε το ενδιαφέρον του Γιάννη Ρίτσου και της εκδότριας Νανάς Καλλιανέση. Τον τίτλο επέλεξε ο Ρίτσος. Τρία ακόμη ποιητικά βιβλία κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, με τελευταίο το Μ’ ένα στεφάνι φως το 1989. Παράλληλα, η μετάφραση έγινε σταθερή επαγγελματική και δημιουργική δραστηριότητα, με μυθιστορήματα, θέατρο και παιδική λογοτεχνία.
Διάβασε πρώτη φορά Σάλιντζερ το 1968, μετέφρασε τον Φύλακα στη σίκαλη το 1977 και επέστρεψε στο μυθιστόρημα με νέα απόδοση το 2014. Μετέφρασε επίσης Κανέττι, Μπελ, Κλάιστ, Λόρκα και Πίντερ. Το Υπουργείο Πολιτισμού της απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2020, που ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2021. Πέθανε στις 30 Ιουλίου 2024· εκδόσεις και αρχειακές εκπομπές συνεχίζουν να ανανεώνουν την επαφή με το έργο της.
Το έργο

Τα Διόδια (1972) αμφισβητούν, με σύντομα ποιήματα, τη φθαρμένη γλώσσα και τις παραδοχές της μεταπολεμικής κοινωνίας. Το σόι (1978) μεταφέρει την αμφισβήτηση στην οικογένεια: στοργή, προστασία και εξουσία δεν συνυπάρχουν πάντοτε άνετα. Το σχολικά ανθολογημένο ποίημα Περίληψη μετατρέπει τη μητρική προστασία σε ανησυχητικές εικόνες ύπνου, ονείρων και εγκλεισμού. Η φωνή του χρειάζεται να διαβαστεί ως ποιητική κατασκευή και όχι ως διαφανές οικογενειακό τεκμήριο.
Οι Ιστορίες για τα βαθιά (1983) διευρύνουν τον ρόλο του μύθου, των κληρονομημένων ιστοριών και της πεζόμορφης κίνησης. Το Μ’ ένα στεφάνι φως (1989) συνεχίζει έναν έντονο διάλογο με την ποιητική παράδοση, μαζί και με τον Σολωμό. Αλλαγές μορφής και ρυθμού συνδέουν τη φαινομενικά καθημερινή γλώσσα με σκοτεινότερους, ασταθείς κόσμους. Οι τέσσερις συλλογές αποτελούν μικρό σε έκταση, αλλά μεταβαλλόμενο σύνολο.
Η μετάφραση έδωσε άλλο πεδίο στην προσοχή για τη φωνή. Επιστρέφοντας στον Σάλιντζερ, η Μαστοράκη ξανασκέφτηκε αργκό και τίτλο, αντί να θεωρήσει αμετακίνητη την παλιότερη απόδοση. Τον Απρίλιο του 2026 η Άγρα εξέδωσε αυτοτελώς, μετά τον θάνατό της, το Κι όλα τα κακά σκορπά..., κείμενο γραμμένο το 2001 και πρωτοδημοσιευμένο σε περιοδικό το 2002, με επίμετρο Διονύση Καψάλη. Διευρύνει τη συνομιλία ανάμεσα σε πεζό λόγο, φόβο, μύθο και ποιητικό ρυθμό.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Η Μαστοράκη παραμένει παρούσα στις σχολικές ανθολογίες, στις θεατρικές μεταφράσεις και στις ηχογραφήσεις της ΕΡΤ με αναγνώσεις της. Ξεκινήστε από τον τίτλο Το σόι και συμβουλευτείτε το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής στην Πύλη του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Συγκρίνετε «το σόι» με «οι συγγενείς»: και τα δύο μπορούν να αφορούν συγγενείς πέρα από ένα νοικοκυριό, αλλά το σόι έχει πιο οικείο, συνομιλιακό τόνο. Γράψτε Την Κυριακή θα δω τους συγγενείς μου και αντικαταστήστε την ονοματική φράση με το σόι μου. Πείτε σε ποιον θα χρησιμοποιούσατε κάθε πρόταση. Η μικρή άσκηση B1 εξερευνά το ύφος, κεντρικό ζήτημα στις μεταφράσεις της· ένα ολόκληρο ποίημα χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη για εικόνες και συμφραζόμενα.
Το ξέρατε;
- Ο Γιάννης Ρίτσος επέλεξε τον τίτλο της πρώτης συλλογής, Διόδια.
- Μετέφρασε το μυθιστόρημα του Σάλιντζερ το 1977 και ξανά το 2014.
- Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2020 ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2021.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Διόδια | Διόδια | 1972 |
| Το σόι | Το σόι | 1978 |
| Ιστορίες για τα βαθιά | Ιστορίες για τα βαθιά | 1983 |
| Μ’ ένα στεφάνι φως | Μ’ ένα στεφάνι φως | 1989 |
| Κι όλα τα κακά σκορπά... | Κι όλα τα κακά σκορπά... — αυτοτελής μεταθανάτια έκδοση | 2026 |
Μια φράση που μένει
Η αλήθεια είναι ότι ξαναγυρίζω σε παλιές μου μεταφράσεις όποτε χρειαστεί, αλλά χωρίς να το δηλώνω.
I alítheia eínai óti xanagyrízo se paliés mou metafráseis ópote chreiasteí, allá chorís na to dilóno.
















































































































