Η ζωή
Ο Εγγονόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 σε οικογένεια με ρίζες στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Από το 1923 έως το 1927 φοίτησε σε λύκειο στο Παρίσι και επέστρεψε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη θητεία του με τα γαλλικά ως δεύτερη μητρική γλώσσα. Εργάστηκε μερικά χρόνια ως υπάλληλος και μεταφραστής, και το 1932 μπήκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη· ταυτόχρονα δούλευε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου, ο οποίος δίδαξε σε αυτόν και στον Γιάννη Τσαρούχη την τεχνική της βυζαντινής ζωγραφικής. Οι δύο δάσκαλοι, ο ένας μοντερνιστής και ο άλλος παραδοσιακός, έμειναν οι πόλοι της τέχνης του.
Οι πρώτες του συλλογές, «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» (1938) και «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής» (1939), προκάλεσαν χλευασμό στον αθηναϊκό Τύπο και αστεία στις σατιρικές επιθεωρήσεις· το όνομα «Εγγονόπουλος» έγινε για ένα διάστημα συνώνυμο της ανοησίας. Εκείνος δεν απάντησε και δεν άλλαξε. Το 1940–41 πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο· αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, κρατήθηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας και δραπέτευσε πίσω στην Αθήνα. Τον χειμώνα του 1942–43, στην κατεχόμενη Αθήνα, έγραψε τον «Μπολιβάρ».
Από το 1945 δίδαξε σχέδιο και ζωγραφική στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, έγινε τακτικός καθηγητής το 1969 και συνταξιοδοτήθηκε το 1973. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1954, τιμήθηκε δύο φορές με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1958 και το 1979, και πέθανε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 1985, δέκα μέρες μετά τα εβδομηκοστά όγδοα γενέθλιά του.
Το έργο

Ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου είναι η ειδοποίηση στα ελληνικά λεωφορεία· μέσα υπάρχουν ποιήματα με εικόνες από όνειρα, από τον Λοτρεαμόν και τον Ντε Κίρικο, από βυζαντινά χρονικά και κλέφτικα τραγούδια, σε μια ελληνική που πηδά χωρίς προειδοποίηση από τη δημοτική του δρόμου στην πιο επίσημη καθαρεύουσα. Οι κριτικοί είδαν ένα αστείο· εκείνος ήταν σοβαρός. Ο υπερρεαλισμός του, όπως και του φίλου του Ανδρέα Εμπειρίκου, ήταν ένας τρόπος να μιλήσουν μαζί όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού παρελθόντος.
Ο «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα» (1944) είναι η απόδειξη. Ο Σιμόν Μπολιβάρ, ο απελευθερωτής της Νότιας Αμερικής, καλείται ως Έλληνας ήρωας και τοποθετείται δίπλα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και στους αγωνιστές του 1821· εμφανίζεται στα βουνά της Ρούμελης και στα νησιά του Αιγαίου, «ωραίος σαν Έλληνας», και το ποίημα, εν μέρει ύμνος, εν μέρει μοιρολόι, εν μέρει μανιφέστο, είναι μια προκλητική απάντηση στην Κατοχή. Μετά τον πόλεμο μπήκε στα σχολικά ανθολόγια. Οι μεταγενέστερες συλλογές, «Έλευσις» (1948), «Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω» (1957) και «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» (1978), κρατούν την ίδια φωνή, τώρα πιο ήρεμη, συχνά ελεγειακή, πάντα περήφανα ελληνική στα υλικά της.
Ως ζωγράφος ανέπτυξε έναν δικό του κόσμο: επιμηκυμένες μορφές χωρίς πρόσωπο, σαν κούκλες ραπτικής, που στέκονται σε αυλές, λιμάνια και νεοκλασικά δωμάτια κάτω από το σκληρό ελληνικό φως, ντυμένες με φορεσιές του Αγώνα ή εντελώς γυμνές, ανάμεσα σε κολόνες, καράβια και μουσικά όργανα. Τα χρώματα είναι εκείνα των βυζαντινών εικόνων και του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, ο χώρος εκείνος του Ντε Κίρικο. Ποιήματα και πίνακες εικονογραφούν ο ένας τον άλλον.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Ο «Μπολιβάρ» είναι ο Εγγονόπουλος που γνωρίζουν οι Έλληνες: ο στίχος του «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας» έχει γίνει παροιμιώδης, το ποίημα βρίσκεται στα ανθολόγια του λυκείου μαζί με το σύντομο «Ποίηση 1948», την απάντησή του στο ερώτημα πώς γράφει κανείς ποίηση μέσα σε εμφύλιο πόλεμο, και ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε τον «Μπολιβάρ» το 1968. Η Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα έχει στη συλλογή της πίνακές του, τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του το 2007 τιμήθηκαν με εκθέσεις και νέες εκδόσεις, και το έργο του διαβάζεται σήμερα μαζί με του Ελύτη και του Εμπειρίκου ως μία από τις τρεις μεγάλες φωνές του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ένας σπουδαστής μπορεί να ξεκινήσει διαβάζοντας τον «Μπολιβάρ» φωναχτά, αργά, αφήνοντας τις αλλαγές ύφους να συμβαίνουν, πριν περάσει στις σελίδες του ιστότοπου για τον Ελύτη και τον Τσαρούχη, συμφοιτητές και φίλους του.
Το ξέρατε;
- Ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου, «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», είναι η πινακίδα που υπήρχε πάνω από τη θέση του οδηγού σε κάθε ελληνικό λεωφορείο· οι αναγνώστες του 1938 νόμισαν ότι ήταν φάρσα.
- Ο «Μπολιβάρ» κυκλοφόρησε σε χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα αντίγραφα και διαβάστηκε σε παράνομες συγκεντρώσεις στην κατεχόμενη Αθήνα πριν από την πρώτη του εκτύπωση το 1944.
- Τιμήθηκε δύο φορές με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, με διαφορά είκοσι ενός χρόνων (1958 και 1979), και εκπροσώπησε την Ελλάδα ως ζωγράφος στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1954.
- Έμαθε τη βυζαντινή τεχνική ζωγραφικής από τον Φώτη Κόντογλου μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και δίδαξε σχέδιο σε γενιές Ελλήνων αρχιτεκτόνων στο Πολυτεχνείο για σχεδόν τριάντα χρόνια.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν | Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (ποιήματα) | 1938 |
| Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής | Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (ποιήματα) | 1939 |
| Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα | Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα | 1944 |
| Έλευσις | Έλευσις (ποιήματα) | 1948 |
| Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω | Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω (ποιήματα) | 1957 |
| Στην κοιλάδα με τους ροδώνες | Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (ποιήματα) | 1978 |
Από το έργο



Εικόνες ελεύθερες δικαιωμάτων από τα Wikimedia Commons.
Μια φράση που μένει
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας
Bolivar, eisai oraios san Ellinas














