Η ζωή
Σχεδόν όλα όσα γνωρίζουμε για τον Μύρωνα προέρχονται από συγγραφείς που έζησαν αιώνες μετά από αυτόν. Ο Ρωμαίος Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, τον 1ο αιώνα μ.Χ., γράφει ότι ο Μύρων γεννήθηκε στις Ελευθερές, πόλη στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας, και τον αποκαλεί μαθητή του Αγελάδα, χαλκοπλάστη από το Άργος. Ο Έλληνας περιηγητής Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ., τον αποκαλεί Μύρωνα τον Αθηναίο· οι Ελευθερές είχαν προσχωρήσει στους Αθηναίους. Τα σύγχρονα έργα αναφοράς τοποθετούν τη δράση του περίπου ανάμεσα στο 480 και το 440 π.Χ. Ο κατάλογος χαλκοπλαστών του ίδιου του Πλινίου τον τοποθετεί στην 90ή Ολυμπιάδα (420–417 π.Χ.), χρονολογία που ταιριάζει άσχημα με τις υπόλοιπες μαρτυρίες· γι’ αυτό οι ακριβείς χρονολογίες του μένουν αβέβαιες.
Ο Μύρων δούλευε κυρίως τον χαλκό, το υλικό κύρους για αγάλματα θεών και αθλητών. Ο Παυσανίας είδε έργα του σε διάφορα μέρη: έναν Περσέα που μόλις είχε αποκεφαλίσει τη Μέδουσα στην Ακρόπολη της Αθήνας, ένα ξύλινο άγαλμα της Εκάτης στην Αίγινα και αγάλματα ολυμπιονικών στην Ολυμπία, ανάμεσά τους του παγκρατιαστή Τιμάνθη από τις Κλεωνές. Ο γιος του, ο Λύκιος, έγινε επίσης γλύπτης· ο Παυσανίας είδε στην Ακρόπολη το χάλκινο αγόρι του που κρατούσε περιρραντήριο. Για την ιδιωτική ζωή του Μύρωνα δεν γνωρίζουμε τίποτα, και κανένα πορτρέτο του δεν σώζεται. Η λατινική γραφή Myron και το ελληνικό Μύρων δηλώνουν τον ίδιο καλλιτέχνη, που δεν πρέπει να συγχέεται με μεταγενέστερους ομώνυμους, όπως τον ιστορικό Μύρωνα από την Πριήνη.
Το έργο

Τα χάλκινα έργα του Μύρωνα έχουν χαθεί. Σώζονται ρωμαϊκά μαρμάρινα αντίγραφα, φτιαγμένα αιώνες αργότερα και ταυτισμένα με τη βοήθεια αρχαίων περιγραφών. Το πιο γνωστό είναι ο Δισκοβόλος, του οποίου το πρωτότυπο χρονολογείται περίπου στο 460–450 π.Χ. Στον διάλογο «Φιλοψευδής» ο Λουκιανός περιγράφει άγαλμα δισκοβόλου σκυμμένου στη στάση της ρίψης, γυρισμένου προς το χέρι που κρατά τον δίσκο, με το ένα γόνατο ελαφρά λυγισμένο· ο οικοδεσπότης του επιβεβαιώνει ότι είναι έργο του Μύρωνα. Η περιγραφή βοήθησε τους μελετητές να αναγνωρίσουν αντίγραφα όπως ο Δισκοβόλος Λαντσελότι, που βρέθηκε στη Ρώμη το 1781 και βρίσκεται σήμερα στο Εθνικό Ρωμαϊκό Μουσείο, και ο Δισκοβόλος Τάουνλι, που βρέθηκε στη Βίλα του Αδριανού κοντά στο Τίβολι και βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο.
Ο Πλίνιος αναφέρει επίσης έναν σάτυρο που θαυμάζει τους αυλούς, μαζί με την Αθηνά. Συνήθως ταυτίζεται με το χάλκινο σύνταγμα της Αθηνάς και του Μαρσύα, που στεκόταν στην Ακρόπολη της Αθήνας γύρω στο 450 π.Χ.· μαρμάρινο αντίγραφο της Αθηνάς βρίσκεται στο Λίμπιγχαους της Φρανκφούρτης. Το πιο φημισμένο έργο του στην αρχαιότητα ήταν μια χάλκινη δαμάλα, που την υμνούσαν πολλά ελληνικά επιγράμματα σαν να ήταν ζωντανή. Ο Πλίνιος έκρινε ότι ο Μύρων φαίνεται να ήταν ο πρώτος που πλήθυνε τη ρεαλιστική απόδοση, ότι ήταν πιο ποικίλος από τον Πολύκλειτο και πιο επιμελής στις αναλογίες, αλλά ότι δεν απέδωσε τα συναισθήματα της ψυχής. Ο Δισκοβόλος του πιάνει ένα σώμα τη στιγμή ανάμεσα σε δύο κινήσεις.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Τα χάλκινα έργα του Μύρωνα χάθηκαν, όμως η Ελλάδα κρατά ίχνη του κόσμου του. Η γενέτειρά του, οι Ελευθερές, βρίσκεται κοντά στα στενά της Κάζας, δίπλα στον παλιό δρόμο Αθήνας–Θήβας, όπου ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει ως ένα μεταγενέστερο αθηναϊκό φρούριο του 4ου αιώνα π.Χ. Η λέξη «δισκοβόλος» είναι ακόμη συνηθισμένη στα νέα ελληνικά. Δοκιμάστε το με μια φωτογραφία του Δισκοβόλου Λαντσελότι, ενός ρωμαϊκού αντιγράφου: περιγράψτε τον με τρεις ελληνικές προτάσεις, «Σκύβει μπροστά», «Λυγίζει το δεξί γόνατο» και «Γυρίζει το κεφάλι προς τον δίσκο». Έπειτα κοιτάξτε το αντίγραφο Τάουνλι στο Βρετανικό Μουσείο και προσθέστε μια τέταρτη πρόταση: το κεφάλι του κοιτάζει κάτω, γιατί προστέθηκε αργότερα και δεν ανήκει στο άγαλμα.
Το ξέρατε;
- Ο Πλίνιος λέει ότι ο Μύρων καταγόταν από τις Ελευθερές, ενώ ο Παυσανίας τον αποκαλεί Αθηναίο.
- Ο Δισκοβόλος Τάουνλι στο Βρετανικό Μουσείο φέρει κεφάλι που δεν του ανήκει, αποκατεστημένο να κοιτάζει κάτω αντί για πίσω, προς τον δίσκο.
- Σε ένα ελληνικό επίγραμμα του Μάρκου Αργενταρίου η χάλκινη δαμάλα του Μύρωνα μιλά και λέει ότι ο γλύπτης την έδεσε εκεί.
- Ο γιος του Μύρωνα, ο Λύκιος, ήταν κι αυτός γλύπτης, και ένα χάλκινο αγόρι του στεκόταν στην Ακρόπολη.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Δισκοβόλος | Δισκοβόλος (χαμένο χάλκινο· ρωμαϊκά μαρμάρινα αντίγραφα) | c. 460–450 BC |
| Αθηνά και Μαρσύας | Αθηνά και Μαρσύας, χάλκινο σύνταγμα στην Ακρόπολη (χαμένο· ρωμαϊκά αντίγραφα) | c. 450 BC |
| Δάμαλις | Χάλκινη δαμάλα, υμνημένη σε ελληνικά επιγράμματα (χαμένη) | 5th c. BC |
| Περσεύς | Ο Περσέας μετά τον φόνο της Μέδουσας, στην Ακρόπολη (χαμένος· τον είδε ο Παυσανίας) | 5th c. BC |
| Τιμάνθης ο Κλεωναίος | Άγαλμα του παγκρατιαστή Τιμάνθη από τις Κλεωνές στην Ολυμπία (χαμένο) | 5th c. BC |
Μια φράση που μένει
τὸν ἐπικεκυφότα κατὰ τὸ σχῆμα τῆς ἀφέσεως, ἀπεστραμμένον εἰς τὴν δισκοφόρον, ἠρέμα ὀκλάζοντα τῷ ἑτέρῳ
Στα σημερινά ελληνικάΑυτόν που σκύβει στη στάση της ρίψης, γυρισμένο προς το χέρι που κρατά τον δίσκο, και λυγίζει ελαφρά το ένα γόνατο.
ton epikekyphóta katá to schêma tês aphéseōs, apestramménon eis tēn diskophóron, ēréma okládzonta tôi hetérōi











































