Η ζωή
Γεννήθηκε το 1797 ως Ιωάννης Τριανταφύλλου στο Αβορίτι, ένα χωριουδάκι στα βουνά της Δωρίδας στη Στερεά Ελλάδα, σε φτωχή οικογένεια· ο πατέρας του σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Αρβανίτες άτακτους όταν εκείνος ήταν βρέφος, και η οικογένεια κατέφυγε στη Λιβαδειά. Ψηλός για την ηλικία του, πήρε το παρατσούκλι Μακρυγιάννης, «ο μακρύς Γιάννης», και το όνομα του έμεινε. Δούλεψε ως υπηρέτης και ύστερα ως μικρέμπορος στην Άρτα, μυήθηκε στη μυστική Φιλική Εταιρεία το 1820 και πήρε τα όπλα το 1821. Πολέμησε στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο, και τον Ιούνιο του 1825 κράτησε τους Μύλους της Λέρνας κοντά στο Ναύπλιο απέναντι στον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ πασά. Τραυματίστηκε βαριά υπερασπιζόμενος την Ακρόπολη της Αθήνας το 1826–27 και κουβαλούσε τον πόνο σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.
Στο νέο κράτος έγινε στρατηγός, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα κάτω από την Ακρόπολη, στη συνοικία που σήμερα φέρει το όνομά του, και έγινε ανοιχτός πολέμιος πρώτα του Καποδίστρια και ύστερα της βαυαρικής αντιβασιλείας και της απόλυτης μοναρχίας του Όθωνα. Τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 οδήγησε τον στρατό και το πλήθος που συγκεντρώθηκαν μπροστά στα ανάκτορα και απέσπασε την υπόσχεση για σύνταγμα· η πλατεία μετονομάστηκε Συντάγματος σε ανάμνηση εκείνης της νύχτας.
Η ανεξαρτησία του τού δημιούργησε εχθρούς. Το 1852 συνελήφθη με την κατηγορία συνωμοσίας κατά του βασιλιά, και το 1853 καταδικάστηκε σε θάνατο· η ποινή μετατράπηκε και αποφυλακίστηκε το 1854, με κλονισμένη υγεία. Πέθανε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1864.
Το έργο

Ο Μακρυγιάννης δεν ήξερε να γράφει όταν τελείωσε ο πόλεμος. Το 1829, στο Άργος, έμαθε μόνος του τα γράμματα για να μπορέσει να καταγράψει όσα είχε δει, και από το 1829 ως το 1850 γέμισε τα τετράδιά του με τα Απομνημονεύματα. Έγραφε όπως μιλούσε, στη δημοτική ενός Ρουμελιώτη χωριάτη, χωρίς στίξη και με τις λέξεις κολλημένες η μία στην άλλη, και έκρυψε το χειρόγραφο· αυτό αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε μόλις το 1907 από τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Το βιβλίο αφηγείται τον πόλεμο από μέσα, μάχη τη μάχη, και ύστερα τις απογοητεύσεις της ειρήνης: ξένες δυνάμεις, Βαυαροί αξιωματικοί, πολιτικοί και οπλαρχηγοί που έβαζαν το συμφέρον τους πάνω από τον κοινό αγώνα. Το ηθικό του κέντρο είναι η φράση που οι Έλληνες παραθέτουν ακόμη, ότι είμαστε «εις το “εμείς” και όχι εις το “εγώ”», και η πιο γνωστή του σελίδα είναι η εντολή του σε στρατιώτες που ετοιμάζονταν να πουλήσουν δύο αρχαία αγάλματα σε Ευρωπαίους: «γι' αυτά πολεμήσαμε».
Ένα δεύτερο χειρόγραφο, τα Οράματα και θάματα (1851–52), ημερολόγιο των θρησκευτικών του οραμάτων γραμμένο στη φυλακή και στην αρρώστια, εκδόθηκε μόλις το 1983. Ο Μακρυγιάννης υπήρξε επίσης, με τον δικό του τρόπο, προστάτης της τέχνης: από το 1836 ως το 1839 έβαλε τον λαϊκό ζωγράφο Παναγιώτη Ζωγράφο και τους γιους του να ζωγραφίσουν, υπό την καθοδήγησή του, μια σειρά πινάκων με τις μάχες του Αγώνα, ως μαρτυρία για τον βασιλιά και τους πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων· αντίτυπα σώζονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα και στη Βασιλική Συλλογή στο Ουίνδσορ, και αποτελούν το εικαστικό δίδυμο των Απομνημονευμάτων.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Ο Μακρυγιάννης έγινε κλασικός το 1943, όταν ο Γιώργος Σεφέρης, σε μια διάλεξη προς Έλληνες στρατιώτες στην Αλεξάνδρεια με τίτλο Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης, παρουσίασε τον αγράμματο στρατηγό ως δάσκαλο όλων των Ελλήνων πεζογράφων, και ο Ελύτης, ο Θεοτοκάς και ολόκληρη η γενιά του '30 τον πήραν ως πρότυπο ζωντανής δημοτικής. Αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα, πάνω απ' όλα το επεισόδιο με τα αγάλματα και το «είμαστε εις το “εμείς”», διαβάζονται σε κάθε λύκειο, και η φράση παρατίθεται κάθε φορά που οι Έλληνες συζητούν για τον εγωισμό και το κοινό καλό. Στην Αθήνα η συνοικία Μακρυγιάννη δίπλα στο Μουσείο της Ακρόπολης και η μεγάλη οδός 3ης Σεπτεμβρίου φέρουν το όνομα του ανθρώπου και της νύχτας του· η ίδια η πλατεία Συντάγματος τιμά το σύνταγμά του. Τους πίνακες του Ζωγράφου μπορεί κανείς να τους δει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα.
Το ξέρατε;
- Έμαθε να γράφει στα 32 του, στο Άργος το 1829, αποκλειστικά για να καταγράψει τις αναμνήσεις του από τον πόλεμο.
- Το χειρόγραφο των Απομνημονευμάτων, γραμμένο χωρίς στίξη και χωρίς κενά ανάμεσα στις λέξεις, έμεινε αδιάβαστο ώσπου ο Γιάννης Βλαχογιάννης το αποκρυπτογράφησε και το εξέδωσε το 1907, 43 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα.
- Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα και η οδός 3ης Σεπτεμβρίου παίρνουν το όνομά τους από το σύνταγμα που κέρδισε τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.
- Καταδικάστηκε σε θάνατο το 1853 από το κράτος που είχε βοηθήσει να δημιουργηθεί· η ποινή μετατράπηκε και αποφυλακίστηκε τον επόμενο χρόνο.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Η μάχη στους Μύλους της Λέρνας | Η άμυνα στους Μύλους της Λέρνας απέναντι στον Ιμπραήμ πασά | 1825 |
| Η πολιορκία της Ακρόπολης | Η υπεράσπιση της Ακρόπολης της Αθήνας | 1826–1827 |
| Απομνημονεύματα | Απομνημονεύματα (γράφτηκαν 1829–1850, εκδόθηκαν 1907) | 1829–1850 |
| Οι πίνακες του Παναγιώτη Ζωγράφου | Οι πίνακες μαχών που ανέθεσε στον Παναγιώτη Ζωγράφο | 1836–1839 |
| Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου | Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για σύνταγμα | 1843 |
| Οράματα και θάματα | Οράματα και θάματα (εκδόθηκαν 1983) | 1851–1852 |
Από το έργο



Εικόνες ελεύθερες δικαιωμάτων από τα Wikimedia Commons.
Μια φράση που μένει
Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι' αυτά πολεμήσαμε.
Afta, kai deka chiliades talara na sas dosoune, na min to katadechteite na vgoun apo tin patrida mas. Gi' afta polemisame.
Από το πρωτότυπο
Το κείμενο όπως το έγραψε ο/η Ιωάννης Μακρυγιάννης, ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων.
«Απομνημονεύματα»
Μια σημείωση στο περιθώριο των Απομνημονευμάτων, με την αγράμματη ορθογραφία του ίδιου του Μακρυγιάννη: μετά τη λεηλασία του Πόρου το 1831 αγοράζει από στρατιώτες δύο αρχαία αγάλματα που ετοιμάζονταν να τα πουλήσουν στο εξωτερικό, και αργότερα τα προσφέρει στον βασιλιά Όθωνα. Το απόσπασμα της σελίδας είναι όσα είπε στους στρατιώτες.
Απομνημονεύματα, Book Γ΄, chapter 1, the author's own note (written 1829–1850, published 1907) · Κείμενο κοινού κτήματος, πηγή: el.wikisource.org














