Η ζωή
Ο Ίβυκος γεννήθηκε στο Ρήγιο, μια ελληνική πόλη στη «μύτη» της Ιταλίας, το σημερινό Ρέτζιο Καλάμπρια. Οι αρχαίοι συγγραφείς δίνουν διάφορα ονόματα για τον πατέρα του και διαφωνούν για τη χρονολογία του. Το βυζαντινό λεξικό που λέγεται Σούδα τον τοποθετεί στη Σάμο την εποχή του βασιλιά Κροίσου, γύρω στο 564–561 π.Χ., αλλά οι σύγχρονες ιστορίες συνήθως τοποθετούν τα σαμιακά του χρόνια στην εποχή του τυράννου Πολυκράτη, γύρω στο 537–523 π.Χ. Στην αυλή του Πολυκράτη δαπανηρές παραστάσεις χορικού τραγουδιού, με ποίηση, μουσική και όρχηση, διασκέδαζαν τους καλεσμένους και διαφήμιζαν επίσης τη δόξα του άρχοντα. Αργότερα οι φιλόλογοι της Αλεξάνδρειας κατέταξαν τον Ίβυκο στους εννέα λυρικούς ποιητές του κανόνα.
Για τον θάνατό του δεν ξέρουμε τίποτα βέβαιο. Μια διάσημη ιστορία, που τη διηγούνται αιώνες αργότερα ένα επίγραμμα του Αντίπατρου του Σιδώνιου, ο Πλούταρχος και η Σούδα, λέει ότι ληστές του επιτέθηκαν σε έναν ερημικό τόπο, κοντά στην Κόρινθο σε ορισμένες εκδοχές. Καθώς πέθαινε, κάλεσε ένα σμήνος γερανών που περνούσε να τον εκδικηθεί. Αργότερα, στο θέατρο, ένας από τους φονιάδες είδε γερανούς από πάνω και φώναξε: «Να, οι εκδικητές του Ίβυκου!», και έτσι το έγκλημα αποκαλύφθηκε. Οι «γερανοί του Ίβυκου» έγιναν παροιμία, αλλά η ιστορία είναι θρύλος, όχι ιστορική μαρτυρία.
Το έργο

Ο Ίβυκος έγραψε σε μια λογοτεχνική γλώσσα που αναμειγνύει δωρικά και αιολικά στοιχεία με έντονο επικό χρώμα. Τα ποιήματα που σώζονται χωρίζονται σε δύο ομάδες: αφηγηματικά τραγούδια με θέματα από τους μύθους, κοντά στον τρόπο του παλαιότερου ποιητή Στησίχορου, και πιο προσωπικά κομμάτια για τον έρωτα και τον έπαινο. Ένα απόσπασμα αιγυπτιακού παπύρου, που παραδίδεται χωρίς όνομα αλλά συνήθως αποδίδεται σε αυτόν, εγκωμιάζει την ομορφιά και τη δόξα του νεαρού Πολυκράτη. Χρησιμοποιεί ένα γνωστό τέχνασμα: ο ποιητής αφήνει κατά μέρος ένα θέμα για να εστιάσει σε εκείνο που πραγματικά μετράει, το πρόσωπο που εγκωμιάζει.
Τα ερωτικά του ποιήματα είναι ο λόγος που τον θυμούνταν οι αρχαίοι αναγνώστες. Στο απόσπασμα 286, που το παραθέτει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές, την άνοιξη ανθίζουν οι κυδωνιές, ποτισμένες από τα ποτάμια, εκεί όπου βρίσκεται ο απάτητος κήπος των Παρθένων, και τα μπουμπούκια του αμπελιού μεγαλώνουν κάτω από σκιερά κλαδιά. Ύστερα η εικόνα αλλάζει: για τον ποιητή ο έρωτας δεν ησυχάζει καμία εποχή, αλλά ορμά σαν θρακιώτικος βοριάς με αστραπές. Στο απόσπασμα 287 ο Έρωτας τον κοιτάζει κάτω από σκούρα βλέφαρα και τον ρίχνει στα δίχτυα της Αφροδίτης· ο ποιητής τρέμει σαν γέρικο άλογο αγώνων με πολλά βραβεία που αναγκάζεται να τρέξει ξανά. Στον Παρμενίδη του Πλάτωνα (137α) ο φιλόσοφος θυμάται αυτό το άλογο, και στον Φαίδρο ο Σωκράτης δανείζεται έναν άλλο στίχο του Ίβυκου.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Στην Ελλάδα σήμερα το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας προσφέρει στο διαδίκτυο τα αποσπάσματα 286 και 287, με το αρχαίο κείμενο, νεοελληνικές μεταφράσεις και σχόλια. Ο Οδυσσέας Ελύτης, στη συλλογή του Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, χαρακτηρίζει τον Ίβυκο «ερωτομανέστατο». Στη Γερμανία ο Φρίντριχ Σίλερ έκανε τον θρύλο μπαλάντα, Die Kraniche des Ibykus (Οι γερανοί του Ίβυκου), το 1797, αφού ο Γκέτε του παραχώρησε το θέμα. Δοκιμάστε: ανοίξτε το απόσπασμα 286 με τη νεοελληνική μετάφραση, βρείτε τις κυδωνιές και τα αμπέλια και γράψτε δύο δικές σας προτάσεις: «Η κυδωνιά ανθίζει» και «Το αμπέλι μεγαλώνει». Ύστερα προσθέστε μία ακόμη για ένα φυτό που βλέπετε από το παράθυρό σας.
Το ξέρατε;
- Ο αλεξανδρινός κανόνας των εννέα λυρικών ποιητών έβαζε τον Ίβυκο δίπλα στη Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο, τον Ανακρέοντα, τον Σιμωνίδη, τον Πίνδαρο και τον Βακχυλίδη.
- Το απόσπασμα 286 σώζεται μόνο επειδή το παρέθεσε ο Αθήναιος σε ένα βιβλίο με συζητήσεις σε δείπνο, γραμμένο περισσότερο από επτά αιώνες μετά τον Ίβυκο.
- Η φράση «αἱ Ἰβύκου γέρανοι» (οι γερανοί του Ίβυκου) έγινε παροιμία για ένα έγκλημα που αποκαλύπτεται με απρόσμενο τρόπο.
- Ο Γκέτε σχεδίαζε αρχικά να γράψει ο ίδιος τη μπαλάντα με τους γερανούς, ύστερα άφησε το θέμα στον Σίλερ και του έστειλε συμβουλές για τα πουλιά.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Εγκώμιο του Πολυκράτη (S151 PMGF) | Εγκώμιο του Πολυκράτη — παπυρικό απόσπ. S151, με συνήθη αλλά όχι βέβαιη απόδοση | 6th c. BC |
| Ἦρι μὲν αἵ τε Κυδώνιαι (286 PMG) | Την άνοιξη οι κυδωνιές — απόσπ. 286 PMG | 6th c. BC |
| Ἔρος αὖτέ με (287 PMG) | Πάλι ο Έρωτας — απόσπ. 287 PMG, το γέρικο άλογο | 6th c. BC |
| μή τι παρὰ θεοῖς ἀμβλακὼν (310 PMG) | Φόβος μήπως φταίξω στους θεούς — απόσπ. 310 PMG, στον «Φαίδρο» του Πλάτωνα | 6th c. BC |
Μια φράση που μένει
ἐμοὶ δ᾽ ἔρος οὐδεμίαν κατάκοιτος ὥραν.
Στα σημερινά ελληνικάΜα ο δικός μου έρωτας δεν ησυχάζει καμία εποχή.
emoì d’ éros oudemían katákoitos hṓran.















































