Η ζωή
Ο Άρατος γεννήθηκε γύρω στο 315 ή 310 π.Χ. στους Σόλους, μια ελληνική πόλη της Κιλικίας. Για τη ζωή του ελάχιστα είναι βέβαια: οι πληροφορίες μας προέρχονται από τέσσερις σύντομους ανώνυμους αρχαίους Βίους και από ένα λήμμα του βυζαντινού λεξικού που λέγεται Σούδα, και ορισμένες λεπτομέρειές τους είναι αμφίβολες. Νέος πήγε στην Αθήνα, όπου ήρθε σε επαφή με τη στωική φιλοσοφία, τη σχολή που δίδασκε ότι ένας θεϊκός λόγος διαπερνά ολόκληρο τον κόσμο.
Γύρω στο 276 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αντίγονος Γονατάς τον κάλεσε στην αυλή του στην Πέλλα. Αφορμή ήταν ο γάμος του βασιλιά με τη Φίλα, και ο Άρατος έγραψε για τη γιορτή έναν Ύμνο στον Πάνα, που σήμερα έχει χαθεί. Σύμφωνα με τους αρχαίους Βίους, ο Αντίγονος θαύμαζε την πεζή αστρονομία του Εύδοξου από την Κνίδο και ζήτησε από τον Άρατο να τη μετατρέψει σε στίχους. Έτσι γεννήθηκαν τα Φαινόμενα.
Ο Άρατος έζησε επίσης για ένα διάστημα στην αυλή του Αντιόχου Α΄ στη Συρία, και λέγεται ότι εργάστηκε σε μια έκδοση του Ομήρου. Άλλα ποιήματά του τα ξέρουμε μόνο από τους τίτλους, ενώ δύο σύντομα επιγράμματα σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία. Πέθανε γύρω στο 240 π.Χ. Δεν ήταν επαγγελματίας αστρονόμος, αλλά ποιητής που ήξερε να κάνει τη δύσκολη γνώση καθαρή και αξέχαστη.
Το έργο

Τα Φαινόμενα είναι ένα διδακτικό ποίημα 1.154 εξαμέτρων, του μέτρου του Ομήρου και του Ησιόδου. Αρχίζουν με έναν σύντομο ύμνο στον Δία, που ξεκινά «Ἐκ Διὸς ἀρχώμεσθα» (Ας αρχίσουμε από τον Δία) και δείχνει τον θεό παρόντα σε κάθε δρόμο, αγορά, θάλασσα και λιμάνι. Το κύριο μέρος οδηγεί έπειτα τον αναγνώστη σε όλο τον ουρανό: πρώτα στους βόρειους αστερισμούς, ύστερα στους νότιους, μετά στους μεγάλους κύκλους του ουρανού και στα άστρα που ανατέλλουν και δύουν μέσα στη χρονιά. Το τελευταίο μέρος, από τον στίχο 758 ως το τέλος, στρέφεται στα σημάδια του καιρού: τα κέρατα της Σελήνης, τα σύννεφα και τους ανέμους, τις κουρούνες, τα μυρμήγκια και τους γερανούς.
Ο Άρατος ζωγραφίζει με λέξεις. Οι δύο Άρκτοι, οι Ἄρκτοι, γυρίζουν γύρω από τον πόλο· οι Έλληνες ναυτικοί προσανατολίζονται με τη μεγαλύτερη, οι Φοίνικες με τη μικρότερη. Ανάμεσά τους ελίσσεται ο Δράκων σαν παρακλάδι ποταμού. Οι Πλειάδες λέγονται επτά, σημειώνει, αν και φαίνονται μόνο έξι. Μεγάλο του πρότυπο ήταν ο Ησίοδος, και μεγάλο μέρος της αστρονομίας προήλθε από τον Εύδοξο· το μέρος για τον καιρό πιθανότατα στηρίχτηκε στον Θεόφραστο. Ο Καλλίμαχος επαίνεσε το ποίημα για την εκλεπτυσμένη γλώσσα του, και σύντομα διαβάστηκε και σχολιάστηκε πολύ σε όλο τον ελληνικό κόσμο.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Οι Ρωμαίοι αγάπησαν τα Φαινόμενα. Ο Κικέρων, ο Γερμανικός και ο Αβιηνός τα μετέφρασαν στα λατινικά, ο Βιργίλιος τα απηχεί στα Γεωργικά, και εικονογραφημένα αντίγραφα, όπως το Aratea του Λέιντεν, που φτιάχτηκε γύρω στο 830–840, μετέφεραν τις εικόνες των αστερισμών στη μεσαιωνική Ευρώπη. Στις Πράξεις 17:28 ο Παύλος, μιλώντας στην Αθήνα, παραθέτει τον πέμπτο στίχο του: «Τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν» (Γιατί κι εμείς είμαστε γένος του). Τα νέα ελληνικά χρησιμοποιούν ακόμη ονόματα που βρίσκουμε στο ποίημα, όπως η Μεγάλη Άρκτος, ο Δράκων και οι Πλειάδες, και ο τίτλος του ζει στην καθημερινή λέξη το φαινόμενο. Δοκιμάστε: ανοίξτε έναν σύγχρονο χάρτη του ουρανού με ονόματα, βρείτε τις δύο Άρκτους και τον Δράκοντα και γράψτε τρεις ελληνικές προτάσεις με τα «πάνω», «κάτω» και «δίπλα». Τα σημάδια του καιρού του Άρατου είναι ιστορία, όχι πρόγνωση.
Το ξέρατε;
- Τα Φαινόμενα έχουν 1.154 στίχους, και ο ύμνος στον Δία στην αρχή τους πιάνει μόνο τους πρώτους 18.
- Ο Καλλίμαχος έγραψε ένα σύντομο επίγραμμα που χαιρετά τα «λεπτά λόγια» του ποιήματος ως σημάδι των άγρυπνων νυχτών του Άρατου.
- Ο Άρατος λέει ότι οι Πλειάδες λέγονται επτά, αλλά φαίνονται μόνο έξι· το Aratea του Λέιντεν ζωγραφίζει και τις επτά ως γυναικεία κεφάλια.
- Στα σημάδια του καιρού περιλαμβάνονται τα λεπτά κέρατα της νέας Σελήνης και η βιαστική δουλειά των μυρμηγκιών, αλλά είναι αρχαίες παραδόσεις, όχι σύγχρονη επιστήμη.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Ὕμνος εἰς Πᾶνα | Ύμνος στον Πάνα — για τον γάμο του Αντίγονου και της Φίλας, χαμένος | c. 276 BC |
| Φαινόμενα, στ. 1–18 | Φαινόμενα, στίχοι 1–18 — ο εισαγωγικός ύμνος στον Δία | after c. 276 BC |
| Φαινόμενα, στ. 26–62 | Φαινόμενα, στίχοι 26–62 — οι δύο Άρκτοι και ο Δράκων | after c. 276 BC |
| Φαινόμενα, στ. 254–267 | Φαινόμενα, στίχοι 254–267 — οι επτά Πλειάδες | after c. 276 BC |
| Φαινόμενα, στ. 758–1154 | Φαινόμενα, στίχοι 758–1154 — τα σημάδια του καιρού | after c. 276 BC |
Μια φράση που μένει
ἑπτάποροι δὴ ταί γε μετʼ ἀνθρώπους ὑδέονται, ἓξ οἶαί περ ἐοῦσαι ἐπόψιαι ὀφθαλμοῖσιν.
Στα σημερινά ελληνικάΕπτά λέγονται ανάμεσα στους ανθρώπους, κι ας είναι μόνο έξι ορατές στα μάτια.
heptáporoi dḕ taí ge met’ anthrṓpous hydéontai, hèx hoîaí per eoûsai epópsiai ophthalmoîsin.















































