Η ζωή
Ο Σπύρος Λούης γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1873 στο Μαρούσι (Αμαρούσιο), τότε ένα αγροτικό χωριό βόρεια της Αθήνας, γνωστό για το νερό της πηγής του. Ο πατέρας του πουλούσε νερό του Αμαρουσίου στην πόλη και ο γιος τον βοηθούσε να το μεταφέρει· γι' αυτό κάθε αφήγηση τον ονομάζει νερουλά, αν και εργάστηκε και ως αγρότης και είχε υπηρετήσει στον στρατό. Ένας πρώην αξιωματικός του, ο συνταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος, τον ενθάρρυνε να λάβει μέρος στις προκριματικές δοκιμές του Μαραθωνίου που έγιναν πριν από τους Αγώνες.
Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες άνοιξαν στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1896, και ο Μαραθώνιος, ένα ολοκαίνουργιο αγώνισμα που πρότεινε ο Γάλλος λόγιος Μισέλ Μπρεάλ για να τιμήσει τον θρύλο του αγγελιοφόρου που έτρεξε από τον Μαραθώνα στην Αθήνα το 490 π.Χ., διεξήχθη στις 10 Απριλίου (29 Μαρτίου με το ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε τότε στην Ελλάδα). Η Ελλάδα δεν είχε κερδίσει τίποτα στον στίβο και όλη η πόλη περίμενε τον αγώνα. Ο Λούης, 23 ετών, προσπέρασε τους ξένους φαβορί στα τελευταία χιλιόμετρα και μπήκε μόνος στο Παναθηναϊκό Στάδιο· ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο πρίγκιπας Γεώργιος έτρεξαν δίπλα του στα τελευταία μέτρα, και το πλήθος φώναζε το όνομά του.
Γύρισε στο Μαρούσι και δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά. Λέγεται ότι ζήτησε από τον βασιλιά τίποτα περισσότερο από ένα άλογο με κάρο (σε άλλη εκδοχή ένα γαϊδούρι) για να κουβαλά το νερό, και η ιστορία αυτή, αληθινή ή όχι, είναι εκείνη που διηγείται κάθε Έλληνας. Το 1936, στα 63 του, προσκλήθηκε ως επίτιμος καλεσμένος στους Αγώνες του Βερολίνου, όπου φόρεσε την παραδοσιακή φουστανέλα και πρόσφερε ένα κλαδί ελιάς από την Ολυμπία. Πέθανε στο Μαρούσι στις 26 Μαρτίου 1940.
Το έργο

Ο Λούης έκανε ένα μόνο πράγμα, και το έκανε τη μία μέρα που μετρούσε. Ο Μαραθώνιος του 1896 ήταν ο πρώτος που έτρεξε ποτέ: περίπου 40 χιλιόμετρα σε χωματόδρομους από το χωριό Μαραθώνας ως το μαρμάρινο στάδιο της Αθήνας, με δεκαεπτά αθλητές στην εκκίνηση, οι περισσότεροι Έλληνες. Ο Γάλλος Αλμπέν Λερμουζιό προηγήθηκε στην αρχή, έπειτα ο Αυστραλός Έντουιν Φλακ, που είχε ήδη κερδίσει τα 800 και τα 1.500 μέτρα. Και οι δύο κατέρρευσαν στη ζέστη, και ο Λούης, που λέγεται ότι σταμάτησε για ένα ποτήρι κρασί στο Πικέρμι, τους προσπέρασε τον έναν μετά τον άλλο. Ο χρόνος του, 2:58:50, ήταν πάνω από επτά λεπτά μπροστά από τον δεύτερο, τον Χαρίλαο Βασιλάκο, και εννέα Έλληνες τερμάτισαν στις πρώτες δέκα θέσεις, μαζί με τον Ούγγρο Γκιούλα Κέλνερ.
Η νίκη είχε σημασία πολύ πέρα από τον αθλητισμό. Η Ελλάδα είχε ξοδέψει τα λιγοστά της χρήματα για την αναβίωση των Αγώνων, οι ξένοι αθλητές είχαν πάρει τα περισσότερα μετάλλια, και η νίκη ενός Έλληνα στο αγώνισμα που επινοήθηκε προς τιμήν ενός ελληνικού θρύλου έκανε όλο το εγχείρημα να αξίζει τον κόπο· ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, ιδρυτής των Αγώνων, έγραψε ότι ο Μαραθώνιος εξασφάλισε το μέλλον τους. Ο Λούης έλαβε το αργυρό μετάλλιο του νικητή (το 1896 δεν υπήρχαν χρυσά μετάλλια), ένα κλαδί ελιάς και το αργυρό κύπελλο που πρόσφερε ο ίδιος ο Μισέλ Μπρεάλ. Το Κύπελλο Μπρεάλ έμεινε στην οικογένεια ως το 2012, όταν ο εγγονός του το πούλησε σε δημοπρασία στο Λονδίνο για το ποσό-ρεκόρ των 541.250 λιρών· το αγόρασε το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για να επιστρέψει στην πατρίδα, και σήμερα εκτίθεται στην Αθήνα.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Ο Λούης είναι ο λόγος που οι Έλληνες λένε «Λούη» όποιον το βάζει στα πόδια: «έγινε Λούης» σημαίνει ότι έφυγε τρέχοντας ολοταχώς, και «τρέχει σαν τον Λούη» λέγεται για έναν γρήγορο δρομέα. Το κεντρικό στάδιο του Ολυμπιακού Αθλητικού Κέντρου Αθηνών στο Μαρούσι, όπου έγιναν οι Αγώνες του 2004, είναι το Ολυμπιακό Στάδιο «Σπύρος Λούης», κι έτσι το όνομά του ακούγεται κάθε ποδοσφαιρικό Σάββατο. Στο Μαρούσι ένας δρόμος, μια πλατεία και ένα άγαλμα φέρουν το όνομά του, και μια λεωφόρος δίπλα στο Ολυμπιακό Πάρκο του Μονάχου ονομάζεται Spiridon-Louis-Ring. Το Κύπελλο Μπρεάλ που κέρδισε εκτίθεται στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα, και η φουστανέλα που φόρεσε στο Βερολίνο φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Ο Μαραθώνιος της Αθήνας ακολουθεί ακόμη τη διαδρομή του από τον Μαραθώνα ως το Παναθηναϊκό Στάδιο κάθε Νοέμβριο.
Το ξέρατε;
- Το 1896 δεν υπήρχε χρυσό μετάλλιο: οι νικητές έπαιρναν αργυρό μετάλλιο, δίπλωμα και κλαδί ελιάς, και ο Λούης έλαβε επιπλέον το αργυρό κύπελλο του Μισέλ Μπρεάλ.
- Το Κύπελλο Μπρεάλ του, που πουλήθηκε στο Λονδίνο το 2012 για 541.250 λίρες, έπιασε τιμή-ρεκόρ για ολυμπιακό κειμήλιο· έκτοτε έχει εκτεθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης και στο Λούβρο.
- Ο Λούης δεν έτρεξε ποτέ άλλον επίσημο αγώνα μετά τις 10 Απριλίου 1896.
- Εμφανίζεται στην ταινία Ολυμπία (1938) της Λένι Ρίφενσταλ, με φουστανέλα, κρατώντας το κλαδί ελιάς που έφερε στο Βερολίνο το 1936.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Νίκη στον Μαραθώνιο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων | Νίκη στον Μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, Αθήνα | 1896 |
| Το Κύπελλο Μπρεάλ | Το Κύπελλο Μπρεάλ, το αργυρό κύπελλο του νικητή του Μαραθωνίου | 1896 |
| Επίτιμος προσκεκλημένος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου | Επίτιμος προσκεκλημένος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, με κλαδί ελιάς από την Ολυμπία | 1936 |
| Ολυμπιακό Στάδιο «Σπύρος Λούης» | Το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας που φέρει το όνομά του | 1982 |
Από το έργο


Εικόνες ελεύθερες δικαιωμάτων από τα Wikimedia Commons.
Μια φράση που μένει
Έγινε Λούης!
Egine Louis!














