Η ζωή
Ο Ξυλούρης γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936 στα Ανώγεια, ένα χωριό βοσκών ψηλά στις πλαγιές του Ψηλορείτη, στον νομό Ρεθύμνου της Κρήτης· τον Αύγουστο του 1944 οι Γερμανοί το έκαψαν ολοσχερώς σε αντίποινα για την απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Η οικογένειά του είχε το παρατσούκλι «Ψαροί» (οι γκριζομάλληδες), γι' αυτό εκείνος και τα αδέλφια του είναι γνωστοί ως Ψαρονίκος, Ψαραντώνης και Ψαρογιάννης. Από παιδί έπιασε την τρίχορδη κρητική λύρα, άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια και έκανε τις πρώτες του ηχογραφήσεις στο Ηράκλειο στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Το 1967 άνοιξε στο Ηράκλειο ένα μουσικό κέντρο με το όνομα Ερωτόκριτος, και η φήμη του απλώθηκε πέρα από το νησί. Η καμπή ήρθε το 1969, όταν ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, Κρητικός κι αυτός, του ζήτησε να τραγουδήσει την Ανυφαντού· ο δίσκος έκανε γνωστή τη φωνή του στην Αθήνα, και εγκαταστάθηκε εκεί. Σε όλη τη δεκαετία του 1970 τραγούδησε για τον Μαρκόπουλο, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Χρήστο Λεοντή και άλλους, γεμίζοντας κάθε βράδυ τις μπουάτ της Αθήνας ενώ κυβερνούσε η χούντα των συνταγματαρχών.
Τον Νοέμβριο του 1973 μπήκε στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο και τραγούδησε μαζί με τους φοιτητές πίσω από τις πύλες· οι φωτογραφίες βγήκαν στα πρωτοσέλιδα, και το καθεστώς απαγόρευσε τις συναυλίες του και έκλεισε το κέντρο όπου εμφανιζόταν. Μετά την πτώση της χούντας βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του όταν αρρώστησε από καρκίνο. Πέθανε στον Πειραιά στις 8 Φεβρουαρίου 1980, σε ηλικία 43 ετών· η ηθοποιός Τζένη Καρέζη τον είχε ονομάσει «Αρχάγγελο», και ως «ο Αρχάγγελος της Κρήτης» μιλούν ακόμη γι' αυτόν οι Έλληνες.
Το έργο

Ο Ξυλούρης τραγούδησε δύο ειδών μουσική και τις ένωσε. Το πρώτο ήταν η παράδοση της Κρήτης: τα ριζίτικα, αργά τραγούδια χωρίς συνοδεία από τα ορεινά χωριά «στις ρίζες» των Λευκών Ορέων, και οι μαντινάδες, ομοιοκατάληκτα δίστιχα που αυτοσχεδιάζονται πάνω στη λύρα. Ο δίσκος του Μαρκόπουλου Ριζίτικα (1971) ηχογράφησε αυτά τα παλιά τραγούδια με τη φωνή του, ανάμεσά τους και το Πότε θα κάνει ξαστεριά, τραγούδι εξέγερσης κατά των Τούρκων που, στο δικό του στόμα, έγινε τραγούδι κατά της δικτατορίας. Το άλλο τραγούδι που είπε στο Πολυτεχνείο, το Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, είναι τραγούδι του Μαρκόπουλου από τα ίδια χρόνια.
Το δεύτερο ήταν το νέο «έντεχνο λαϊκό» τραγούδι της δεκαετίας του 1970, όπου οι συνθέτες μελοποιούσαν ποίηση για φωνές σαν τη δική του. Για τον Μαρκόπουλο ηχογράφησε το Χρονικό (1970), την Ιθαγένεια (1972) και τραγούδια όπως τα Χίλια μύρια κύματα (περ. 1974), ένα ναυτικό τραγούδι που σήμερα τραγουδιέται στο τέλος των γλεντιών, όταν η νύχτα γίνεται θλιμμένη. Για τον Χρήστο Λεοντή τραγούδησε τον κύκλο του Ρίτσου Καπνισμένο τσουκάλι (1975), και το 1976 ηχογράφησε, μαζί με την Τάνια Τσανακλίδου, μεγάλα αποσπάσματα από το έμμετρο μυθιστόρημα της Κρητικής Αναγέννησης Ερωτόκριτος σε μελοποίηση του Χριστόδουλου Χάλαρη· έτσι πολλοί Έλληνες άκουσαν για πρώτη φορά το ποίημα. Η φωνή του ήταν ψηλή, καθαρή και ελαφρώς έρρινη με τον κρητικό τρόπο, με μακριά, αβίαστη γραμμή και σχεδόν χωρίς στολίδια· τραγουδούσε σαν να έλεγε την αλήθεια, και γι' αυτό τα πολιτικά τραγούδια ακούγονταν ειλικρινή στο στόμα του.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Ακούστε πρώτα το Πότε θα κάνει ξαστεριά, που τραγουδιέται ακόμη σε διαδηλώσεις και κάθε χρόνο στις 17 Νοεμβρίου, την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου· έπειτα την Ανυφαντού, τα Χίλια μύρια κύματα και τον Ερωτόκριτό του. Στα Ανώγεια, που ζουν από τα πρόβατα, την υφαντική και τη μουσική, το σπίτι του, με μια αναμνηστική πλάκα, είναι τόπος επίσκεψης, και ο αδελφός του Ψαραντώνης, ο ανιψιός του Γιώργης Ξυλούρης (Ψαρογιώργης) και μια νεότερη γενιά Ξυλουραίων συνεχίζουν την παράδοση· στην Ελλάδα, το επώνυμο από μόνο του σημαίνει κρητική μουσική. Δρόμοι στην Κρήτη φέρουν το όνομά του, και οι δίσκοι του επανεκδίδονται συνεχώς. Για έναν μαθητή, τα ριζίτικα είναι ένας ήπιος δρόμος προς την κρητική διάλεκτο, γιατί οι στίχοι είναι σύντομοι και επαναλαμβάνονται.
Το ξέρατε;
- Το παρατσούκλι του Ψαρονίκος δεν έχει καμία σχέση με το ψάρι: η οικογένεια λεγόταν «Ψαροί», δηλαδή οι γκριζομάλληδες.
- Τα Ανώγεια, το χωριό του, κάηκαν από τον γερμανικό στρατό τον Αύγουστο του 1944· η μουσική παράδοση μέσα στην οποία μεγάλωσε επέζησε σε ένα ξαναχτισμένο χωριό.
- Τραγούδησε μέσα στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο της Αθήνας τον Νοέμβριο του 1973, λίγες μέρες πριν τα τανκς σπάσουν τις πύλες.
- Η λύρα που έπαιζε έχει τρεις χορδές, κρατιέται όρθια πάνω στο γόνατο και παίζεται με δοξάρι σαν ένα μικροσκοπικό τσέλο.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Ανυφαντού | Ανυφαντού (τραγούδι, μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου) | 1969 |
| Χρονικό | Χρονικό (δίσκος με τον Γιάννη Μαρκόπουλο) | 1970 |
| Ριζίτικα | Ριζίτικα (παραδοσιακά κρητικά τραγούδια, με τον Μαρκόπουλο), μαζί και το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» | 1971 |
| Χίλια μύρια κύματα | Χίλια μύρια κύματα (τραγούδι) | c. 1974 |
| Καπνισμένο τσουκάλι | Καπνισμένο τσουκάλι (ο Χρήστος Λεοντής σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου) | 1975 |
| Ερωτόκριτος | Ερωτόκριτος (μελοποίηση του κρητικού έμμετρου μυθιστορήματος από τον Χριστόδουλο Χάλαρη) | 1976 |
Από το έργο


Εικόνες ελεύθερες δικαιωμάτων από τα Wikimedia Commons.
Μια φράση που μένει
Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει, / να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα
Pote tha kanei xasteria, pote tha flevarisei, / na paro to doufeki mou, tin omorfi patrona













