Η ζωή
Ο Καρκαβίτσας γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1865 στα Λεχαινά, κωμόπολη-αγορά στον κάμπο της Ηλείας κοντά στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, σε οικογένεια εμπόρων. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα από το 1883 έως το 1888 και, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής, άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα και να συλλέγει τα δημοτικά τραγούδια και τα έθιμα του τόπου του. Το 1890 υπηρέτησε ως νεαρός στρατιωτικός γιατρός στο Μεσολόγγι και στη Λάρισα, όπου γνώρισε τα χωριά της πρόσφατα προσαρτημένης Θεσσαλίας, και από τον Οκτώβριο του 1891 πέρασε περίπου τέσσερα χρόνια ως γιατρός στο ατμόπλοιο Αθηνά, ταξιδεύοντας στο Αιγαίο και ακούγοντας τους ναυτικούς, οι ιστορίες των οποίων έγιναν τα Λόγια της πλώρης.
Το 1896 εντάχθηκε μόνιμα στο υγειονομικό σώμα του στρατού και έμεινε αξιωματικός είκοσι χρόνια, παίρνοντας μέρος στην εκστρατεία του 1897, στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–13 και υπηρετώντας σε φρουρές σε όλη τη χώρα. Ήταν ένθερμος δημοτικιστής, έγραφε στο περιοδικό Νουμάς και δήλωνε ότι η καθαρεύουσα ήταν μια γλώσσα στην οποία «της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο». Το 1916 τάχθηκε κατά της επαναστατικής κυβέρνησης του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, φυλακίστηκε για μερικούς μήνες και έπειτα αποστρατεύτηκε.
Η φυματίωση του λάρυγγα του στέρησε τη φωνή στα τελευταία του χρόνια, έτσι ώστε ο άνθρωπος που είχε γράψει την πιο ομιλητική πεζογραφία στα ελληνικά να μπορεί να επικοινωνεί μόνο γραπτώς. Πέθανε στο Μαρούσι, έξω από την Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 1922, σε ηλικία 57 ετών, τις εβδομάδες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, και τάφηκε εκεί.
Το έργο

Η Λυγερή (1890, σε βιβλίο το 1896) είναι το πρώτο του μεγάλο αφήγημα: η Ανθή, ένα κορίτσι από τα Λεχαινά, αγαπά έναν άντρα αλλά την παντρεύουν με έναν εύπορο μεσόκοπο μπακάλη, και το βιβλίο παρακολουθεί, χωρίς ρομαντισμό, πώς βολεύεται στην άνεση. Ο Ζητιάνος (σε συνέχειες το 1896) είναι το αριστούργημα. Ο Τζιριτόκωστας, επαγγελματίας ζητιάνος που μαθήτευσε στα χωριά των Κραβάρων, όπου όλη η οικονομία ήταν η ζητιανιά, φτάνει με το αγόρι του τον Μουτζούρη στη Νυχτερέμη, χωριό Καραγκούνηδων κολίγων σε ένα θεσσαλικό τσιφλίκι κοντά στα Τέμπη. Πουλάει στις γυναίκες φυλαχτά και γιατροσόφια, παίζει με τον φόβο και την απληστία τους, και όταν πεθαίνει ένας άντρας και έρχονται οι αρχές, τιμωρούνται οι χωρικοί ενώ ο ζητιάνος φεύγει πλουσιότερος. Είναι η πιο σκληρή εικόνα της αγροτικής Ελλάδας στη γλώσσα μας.
Τα Λόγια της πλώρης (1899) συγκεντρώνουν είκοσι θαλασσινά διηγήματα που αφηγούνται ναυτικοί στο κατάστρωμα ενός καϊκιού: Η θάλασσα, όπου ο γιος ενός ναυτικού προειδοποιείται σε όλη του τη ζωή για την «άπιστη» θάλασσα που πήρε τους άντρες της οικογένειας, και που τελειώνει με το «Με κράζει η θάλασσα»· Το γιούσουρι, Οι σφουγγαράδες, Η Γοργόνα, όπου η γοργόνα ρωτά αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Ο Αρχαιολόγος (1904) είναι αλληγορία: δύο αδέλφια, ο Αριστόδημος, που ζει μόνο για τα ερείπια και τα χαρτιά του πατρογονικού σπιτιού, και ο Δημητράκης, που θέλει να καλλιεργήσει τη γη, συμβολίζουν μια Ελλάδα διχασμένη ανάμεσα στο αρχαίο παρελθόν και στο παρόν της.
Η κληρονομιά στη σημερινή Ελλάδα
Οι Έλληνες μαθητές συναντούν τον Καρκαβίτσα στα ανθολόγια του γυμνασίου μέσα από Η θάλασσα, Η Γοργόνα ή ένα απόσπασμα από τον Ζητιάνο, και ο ζητιάνος Τζιριτόκωστας είναι κακός ήρωας τόσο οικείος όσο κάθε άλλος στην ελληνική λογοτεχνία· η λέξη «Κραβαρίτης», άνθρωπος από τα Κράβαρα, σημαίνει ακόμη επαγγελματία ζητιάνο, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του μυθιστορήματός του. Τα άπαντά του, κοινό κτήμα από το 1993, διατίθενται δωρεάν στο el.wikisource και σε φτηνές εκδόσεις. Τα Λεχαινά τον τιμούν με μια προτομή και έναν δρόμο, και οδοί Καρκαβίτσα υπάρχουν σε αρκετές ελληνικές πόλεις. Για έναν μαθητή τα θαλασσινά διηγήματα είναι η καλύτερη πόρτα: είναι σύντομα, τα αφηγούνται ναυτικοί σε πρώτο πρόσωπο και είναι γεμάτα από το λεξιλόγιο του ανέμου, του καραβιού και της ακτής που ακούει κανείς σήμερα σε οποιοδήποτε ελληνικό νησί.
Το ξέρατε;
- Ήταν εν ενεργεία στρατιωτικός γιατρός το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής του ζωής και συγκέντρωσε το υλικό για τον Ζητιάνο όταν υπηρετούσε στη Θεσσαλία το 1890.
- Τα Λόγια της πλώρης γεννήθηκαν από τέσσερα χρόνια ως γιατρός στο ατμόπλοιο Αθηνά, ακούγοντας στο κατάστρωμα τις ιστορίες των ναυτικών.
- Το 1892 απέρριψε την καθαρεύουσα με τη φράση «της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο».
- Η φυματίωση του λάρυγγα τον άφησε άφωνο στα τελευταία του χρόνια· πέθανε τον Οκτώβριο του 1922, λίγες μέρες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Βασικά έργα
| Τίτλος | Σημασία | Έτος |
|---|---|---|
| Η Λυγερή | Η Λυγερή | 1890 |
| Διηγήματα | Διηγήματα | 1892 |
| Ο Ζητιάνος | Ο Ζητιάνος | 1896 |
| Λόγια της πλώρης | Λόγια της πλώρης (θαλασσινά διηγήματα) | 1899 |
| Ο Αρχαιολόγος | Ο Αρχαιολόγος | 1904 |
Από το έργο



Εικόνες ελεύθερες δικαιωμάτων από τα Wikimedia Commons.
Μια φράση που μένει
— Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. […] Με κράζει η θάλασσα.
— Makria, elege, makria, paidi mou, ap' t' atimo stoicheio! Den echei pisti, den echei eleos. […] Me krazei i thalassa.
Από το πρωτότυπο
Το κείμενο όπως το έγραψε ο/η Ανδρέας Καρκαβίτσας, ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων.
«Ἡ θάλασσα»
Η αρχή του διηγήματος που δίνει τη φωνή του σε όλη τη συλλογή: ένας γέρος ναυτικός θυμάται την προειδοποίηση του πατέρα του για τη θάλασσα, που την επαναλάμβαναν και οι γέροντες του νησιού, πριν διηγηθεί πώς εκείνη τον τράβηξε κοντά της. Οι τελευταίες λέξεις του διηγήματος είναι «Με κράζει η θάλασσα».
«Ἡ θάλασσα», from Λόγια τῆς πλώρης (1899), opening paragraphs · Κείμενο κοινού κτήματος, πηγή: el.wikisource.org














