Η περίσταση και ποιανού είναι τα λόγια
Ο Θουκυδίδης προλογίζει τον λόγο με την περιγραφή της τελετής (2.34). Σύμφωνα με ένα προγονικό έθιμο, τον πάτριο νόμο, τα οστά των νεκρών εκτίθενταν σε μια σκηνή για τρεις μέρες. Έπειτα άμαξες μετέφεραν δέκα κυπαρισσένιες λάρνακες, μία για κάθε φυλή, και ένα άδειο, στρωμένο φέρετρο για τους αγνοούμενους. Πολίτες και ξένοι μπορούσαν να ακολουθήσουν την πομπή, και οι γυναίκες των οικογενειών θρηνούσαν στον τάφο. Οι νεκροί τοποθετούνταν στο δημόσιο νεκροταφείο, το δημόσιον σῆμα, στο «ωραιότερο προάστιο της πόλης», έξω από τα τείχη, στον δρόμο προς την Ακαδημία· μόνο οι άνδρες του Μαραθώνα είχαν ταφεί εκεί όπου έπεσαν. Ένας ομιλητής, που τον εξέλεγε η πόλη, εκφωνούσε έπειτα τον έπαινο. Για αυτούς τους πρώτους νεκρούς του πολέμου επιλέχθηκε ο Περικλής, που μίλησε από ένα ψηλό βήμα, για να τον ακούει το πλήθος.
Τα λόγια όμως είναι του Θουκυδίδη. Στο 1.22 εξηγεί ότι δεν μπορούσε να θυμάται τους λόγους με ακρίβεια, γι’ αυτό έβαζε κάθε ομιλητή να λέει όσα απαιτούσε η περίσταση, μένοντας όσο πιο κοντά γινόταν στη συνολική έννοια, τη ξύμπασα γνώμη, όσων ειπώθηκαν πραγματικά. Πόσο κοντά στον Περικλή μένει ο Επιτάφιος είναι ζήτημα που συζητείται. Ο Πλούταρχος (Περικλής 8.6) παραθέτει έναν άλλο επιτάφιο λόγο του Περικλή μετά τον Σαμιακό Πόλεμο, πράγμα που δείχνει ότι το είδος ήταν δικό του, όχι όμως και αυτή η διατύπωση.
Δοκίμασε τον εαυτό σου: 4 λέξεις από αυτή τη σελίδα
1 / 4
Τι σημαίνει αυτή η λέξη;
Δομή: από τους προγόνους στο πολίτευμα
Ο Περικλής αρχίζει (2.35) με τη δυσκολία να μιλήσει κανείς σωστά για γενναίους άνδρες: όσοι τους γνώριζαν βρίσκουν τον έπαινο λειψό, οι άλλοι υποψιάζονται υπερβολή από φθόνο. Έπειτα τιμά με λίγες γραμμές τους προγόνους και τους πατέρες που απέκτησαν την ηγεμονία (2.36), και στρέφεται σε ό,τι τον ενδιαφέρει περισσότερο: στον τρόπο ζωής και στο πολίτευμα που έκαναν την Αθήνα μεγάλη.
- 2.37: το πολίτευμα «ονομάζεται δημοκρατία», επειδή κυβερνά προς όφελος των πολλών και όχι των λίγων. Στις ιδιωτικές διαφορές όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο· στη δημόσια ζωή κάποιος προτιμάται για την αξία του, και η φτώχεια δεν τον αποκλείει. Οι πολίτες υπακούουν στους άρχοντες, στους νόμους και στους άγραφους νόμους.
- 2.38: γιορτές και θυσίες όλο τον χρόνο, και αγαθά από κάθε τόπο.
- 2.39: μια ανοιχτή πόλη, χωρίς τις σπαρτιατικές απελάσεις ξένων, και ανδρεία που πηγάζει από τον χαρακτήρα και όχι από σκληρή άσκηση.
Ο έπαινος των ίδιων των νεκρών έρχεται αργότερα. Ο λόγος είναι πρώτα απ’ όλα ένα πορτρέτο της πόλης για την οποία πέθαναν.
«Φιλοκαλοῦμεν»: το κεντρικό χωρίο (2.40–41)
Το κεφάλαιο 40 ανοίγει με την πιο γνωστή φράση του λόγου: «φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾽ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας», «αγαπάμε το ωραίο με λιτότητα και αγαπάμε τη γνώση χωρίς μαλθακότητα». Ο πλούτος υπάρχει για να χρησιμοποιείται, όχι για καύχημα, και ντροπή δεν είναι να παραδεχτεί κανείς τη φτώχεια του, αλλά να μην κάνει τίποτα για να ξεφύγει από αυτήν.
Ακολουθεί ο περίφημος ισχυρισμός για τη δημόσια ζωή. Οι ίδιοι άνθρωποι φροντίζουν το σπίτι τους και την πόλη, και ακόμη και όσοι είναι απασχολημένοι με τη δουλειά τους ξέρουν αρκετά τα πολιτικά, «γιατί μόνο εμείς θεωρούμε αυτόν που δεν μετέχει σε αυτά όχι ήσυχο, ἀπράγμονα, αλλά άχρηστο, ἀχρεῖον». Προσέξτε τη λέξη: το ελληνικό κείμενο δεν τον ονομάζει ἰδιώτην, αν και αυτό λέγεται συχνά σήμερα. Η συζήτηση, προσθέτει ο Περικλής, δεν είναι εμπόδιο για τη δράση, αλλά η αναγκαία προετοιμασία της.
Στο 2.41 συνοψίζει: ολόκληρη η πόλη είναι «το σχολείο της Ελλάδας», τῆς Ἑλλάδος παίδευσις. Η Αθήνα δεν χρειάζεται κανέναν Όμηρο να την υμνήσει, γιατί έχει αφήσει παντού αιώνια μνημεία για το κακό και για το καλό. Ο αναγνώστης πρέπει να θυμάται ότι πρόκειται για λόγο πολέμου: το ίδιο κεφάλαιο καυχιέται ότι οι υπήκοοι δεν μπορούν να παραπονεθούν ότι τους κυβερνούν ανάξιοι.
Παρηγοριά, οι γυναίκες και ο λοιμός
Μόνο τώρα ο Περικλής επαινεί τους νεκρούς (2.42–43). Η αρετή τους στη μάχη έσβησε κάθε ιδιωτικό τους σφάλμα, αφού ωφέλησαν την κοινότητα περισσότερο απ’ όσο την είχαν βλάψει ως άτομα. Ζητά από τους ζωντανούς να βλέπουν κάθε μέρα τη δύναμη της πόλης και να γίνουν εραστές της. Η ελευθερία είναι προϋπόθεση της ευτυχίας, και η γενναιότητα προϋπόθεση της ελευθερίας.
Η παρηγοριά που ακολουθεί (2.44–46) είναι εντυπωσιακά ψυχρή. Οι γονείς που είναι ακόμη νέοι πρέπει να κάνουν κι άλλα παιδιά· οι ηλικιωμένοι να λογαριάζουν κέρδος τα καλά τους χρόνια. Οι γιοι και οι αδελφοί δύσκολα θα κριθούν ίσοι με τους νεκρούς, γιατί οι ζωντανοί προκαλούν φθόνο. Στις χήρες ο Περικλής αφιερώνει μία μόνο φράση (2.45): η μεγαλύτερη δόξα τους είναι να μιλούν γι’ αυτές όσο λιγότερο γίνεται οι άνδρες, για έπαινο ή για ψόγο. Οι σύγχρονοι αναγνώστες παραθέτουν συχνά αυτή τη φράση, για να δείξουν ποιοι έμεναν έξω από το «σχολείο της Ελλάδας». Η πόλη, καταλήγει, θα αναθρέψει τα ορφανά με δημόσια δαπάνη ως την ενηλικίωσή τους.
Ο Θουκυδίδης τοποθετεί έπειτα τον λοιμό αμέσως μετά τον λόγο: «τέτοια ήταν η ταφή» εκείνου του χειμώνα, και λίγες μέρες αφότου εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες το καλοκαίρι του 430 π.Χ., ξέσπασε η αρρώστια (2.47). Ο ίδιος ο Περικλής πέθανε το 429 π.Χ. Η αντίθεση ανάμεσα στην ιδανική πόλη και στα δεινά της είναι μέρος του σχεδίου του ιστορικού.
Σημαντικές χρονολογίες
- 440–439 BCΣαμιακός Πόλεμος· ο Περικλής εκφωνεί έναν παλαιότερο επιτάφιο λόγο (Πλούταρχος, Περικλής 8.6)
- 431 BCΑρχίζει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη
- 431/430 BCΧειμώνας: δημόσια ταφή των πρώτων νεκρών· ο Περικλής εκφωνεί τον Επιτάφιο (Θουκ. 2.34–46)
- 430 BCΚαλοκαίρι: ξεσπά ο λοιμός στην Αθήνα (Θουκ. 2.47–54)
- 429 BCΠεθαίνει ο Περικλής, δυόμισι χρόνια μετά την αρχή του πολέμου (Θουκ. 2.65)
Οκτώ λέξεις, τότε και τώρα
| Αρχαία | Σήμερα |
|---|---|
Ο χρυσός αιώνας του Περικλή
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431–404 π.Χ.)
Η αθηναϊκή δημοκρατία