Είμαι και έχω
Τα δύο πιο συχνά ρήματα των ελληνικών — ανώμαλα και απαραίτητα από την πρώτη πρόταση.
είμαι
Το μόνο ρήμα με εντελώς δικές του καταλήξεις. Πρόσεξε: το είναι είναι ίδιο στον ενικό και στον πληθυντικό.
- Είμαι από την Ελβετία.Είμαι από την Ελβετία.
| πρόσωπο | είμαι |
|---|---|
| εγώ | είμαι |
| εσύ | είσαι |
| αυτός/αυτή/αυτό | είναι |
| εμείς | είμαστε |
| εσείς | είστε |
| αυτοί/αυτές/αυτά | είναι |
έχω
Ομαλό στον ενεστώτα, με τις κανονικές καταλήξεις της α΄ συζυγίας. Είναι και το βοηθητικό των συντελικών χρόνων (έχω φάει).
- Έχουμε ένα σπίτι στη θάλασσα.Έχουμε ένα σπίτι στη θάλασσα.
| πρόσωπο | έχω |
|---|---|
| εγώ | έχω |
| εσύ | έχεις |
| αυτός/αυτή | έχει |
| εμείς | έχουμε |
| εσείς | έχετε |
| αυτοί | έχουν |
Τι εκφράζουν
είμαι: ταυτότητα, καταγωγή, επάγγελμα, ηλικία (είμαι είκοσι χρονών). έχω: κτήση, αλλά και καταστάσεις: έχω δίκιο, έχει ζέστη, τι έχεις;
Υπάρχει / έχει
Το «υπάρχει/υπάρχουν» ή, πιο καθημερινά, το «έχει»: Έχει πολύ κόσμο σήμερα.
Σειρά σου
Διάλεξε τον σωστό τύπο.