As seis orações adverbiais
Causa, consequência, finalidade, condição, tempo, concessão — cada relação tem as suas conjunções e o seu modo.
Causa e consequência
Causa: επειδή, γιατί (falado, nunca no início), καθώς, αφού. Consequência: ώστε + indicativo para resultado real, ώστε να + conjuntivo para pretendido.
- Δεν ήρθε επειδή αρρώστησε.Não veio porque adoeceu.
- Κουράστηκε τόσο, ώστε αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα.Cansou-se tanto que adormeceu no cadeirão.
- Μίλησε αργά, ώστε να τον καταλάβουν όλοι.Falou devagar, de modo que todos o compreendessem.
- Δεδομένου ότι η προθεσμία έχει λήξει, η αίτηση δεν εξετάζεται.Dado que o prazo expirou, o pedido não é apreciado.
| είδος | σύνδεσμοι | έγκλιση | παράδειγμα |
|---|---|---|---|
| αιτιολογική | επειδή, γιατί, καθώς, αφού | οριστική | Δεν ήρθε επειδή αρρώστησε. |
| αιτιολογική (λόγια) | δεδομένου ότι, λόγω του ότι | οριστική | Δεδομένου ότι ισχύει ο νόμος… |
| συμπερασματική (πραγματικό) | ώστε, που | οριστική | Κουράστηκε τόσο, ώστε αποκοιμήθηκε. |
| συμπερασματική (επιδιωκόμενο) | ώστε να, για να | υποτακτική | Μίλησε αργά, ώστε να τον καταλάβουν. |
Finalidade, condição
Finalidade: για να, να, ώστε να — sempre conjuntivo. Condição: três tipos conforme o grau de realidade.
- Έφυγε νωρίτερα για να προλάβει τη συνεδρίαση.Saiu mais cedo para chegar a tempo à reunião.
- Αν βρέξει, θα μείνουμε μέσα.Se chover, ficaremos dentro.
- Αν είχα χρόνο, θα ερχόμουν μαζί σας.Se tivesse tempo, iria convosco.
- Αν είχα διαβάσει την ανακοίνωση, θα είχα καταλάβει το πρόβλημα.Se tivesse lido o aviso, teria percebido o problema.
| υποθετικός λόγος | υπόθεση | απόδοση | σημασία |
|---|---|---|---|
| το πραγματικό | αν + οριστική | οριστική / μέλλοντας | Αν βρέχει, μένουμε μέσα. |
| το πιθανό | αν + υποτακτική | θα + οριστική | Αν βρέξει, θα μείνουμε μέσα. |
| το μη πραγματικό (παρόν) | αν + παρατατικός | θα + παρατατικός | Αν είχα χρόνο, θα ερχόμουν. |
| το μη πραγματικό (παρελθόν) | αν + υπερσυντέλικος | θα + υπερσυντέλικος | Αν είχα ξέρει, θα είχα έρθει. |
Tempo e concessão
Tempo: όταν, μόλις, αφού, πριν (+ να), ενώ, καθώς. Concessão: αν και, παρόλο που, μολονότι, και ας.