Choisissez une langue

grecfacilegrecfacile
Ο Φιλήμων και η Βαυκίς — Οι μεταμφιεσμένοι θεοί ζητούν φιλοξενία
Ο Δίας και ο Ερμής ταξιδεύουν στη Φρυγία μεταμφιεσμένοι σε κουρασμένους ανθρώπους.Χτυπούν πολλές πόρτες, αλλά κανείς δεν θέλει να τους φιλοξενήσει.
Εικονογραφημένη αφήγηση · 1/10
0″

Deux vieillards pauvres ouvrirent leur porte — et accueillirent des dieux — mythe grec raconté en grec facile, niveau A2, avec glossaire et audio.

Zeus et Hermès, déguisés en voyageurs pauvres, frappent à mille portes en Phrygie et sont chaque fois éconduits. Seul un couple âgé, Philémon et Baucis, les accueille dans sa minuscule cabane et partage le peu qu'il a à manger, jusqu'à ce que la cruche de vin se remplisse d'elle-même. Les dieux engloutissent le village inhospitalier, changent la cabane en temple et exaucent le vœu du couple de mourir ensemble, devenus un chêne et un tilleul. Les lecteurs A2 s'exercent aux temps du passé, aux mots de la nourriture et aux invitations polies.

Μυθολογία · Επίπεδο Α2

Ο Φιλήμων και η Βαυκίδα

Δύο φτωχοί ηλικιωμένοι άνοιξαν την πόρτα τους — και φιλοξένησαν θεούς.

Την ιστορία αφηγείται ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος. Μια φορά ο Δίας και ο Ερμής κατέβηκαν στη γη με ανθρώπινη μορφή, σαν απλοί ταξιδιώτες. Αναζητούσαν ένα φιλόξενο σπίτι για να ξεκουραστούν.

Οι δύο θεοί περπάτησαν σε μια χώρα της Φρυγίας. Χτύπησαν χίλιες πόρτες και ζήτησαν ένα μέρος για να ξεκουραστούν. Χίλιες πόρτες έκλεισαν μπροστά τους. Κανείς δεν ήθελε τους φτωχούς ξένους.

Στην άκρη του χωριού υπήρχε μια μικρή καλύβα. Εκεί ζούσαν δύο φτωχοί ηλικιωμένοι, ο Φιλήμων και η Βαυκίδα. Ζούσαν μαζί από τα νιάτα τους και αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλον. Όταν οι ξένοι χτύπησαν την πόρτα, την άνοιξαν αμέσως. «Περάστε», είπαν. «Το σπίτι μας είναι μικρό, αλλά έχει θέση για σας.»

Η Βαυκίδα άναψε φωτιά και έβαλε στο τραπέζι ό,τι είχαν: αυγά, τυρί, φρούτα και λίγο κρασί. Τότε έγινε κάτι παράξενο: το δοχείο με το κρασί γέμιζε ξανά μόνο του. Οι δύο ηλικιωμένοι κατάλαβαν: οι ξένοι ήταν θεοί! Φοβήθηκαν και ήθελαν να μαγειρέψουν για αυτούς τη μοναδική τους χήνα. Η χήνα όμως έτρεξε και κρύφτηκε κοντά στους θεούς.

«Σταματήστε», είπαν οι θεοί. «Είμαστε ο Δίας και ο Ερμής. Οι γείτονές σας θα πληρώσουν για την κακία τους. Εσείς όμως όχι. Ελάτε μαζί μας στο βουνό.» Από ψηλά οι δυο τους είδαν κάτω μόνο νερό: μια λίμνη είχε σκεπάσει τα σπίτια της περιοχής. Μόνο η καλύβα τους έμεινε και, μπροστά στα μάτια τους, έγινε ένας όμορφος ναός.

«Ζητήστε ό,τι θέλετε», είπε ο Δίας. Οι ηλικιωμένοι απάντησαν: «Θέλουμε να είμαστε ιερείς και φύλακες στον ναό σας. Και στο τέλος θέλουμε να πεθάνουμε μαζί, την ίδια στιγμή. Κανείς από τους δύο δεν θέλει να δει τον τάφο του άλλου.»

Η ευχή τους πραγματοποιήθηκε. Έζησαν πολλά ήσυχα χρόνια στον ναό. Μια μέρα, πολύ ηλικιωμένοι πια, στέκονταν μπροστά στον ναό και μιλούσαν. Ξαφνικά ο Φιλήμων είδε φύλλα στα χέρια της Βαυκίδας, και εκείνη είδε φύλλα στα δικά του. «Αντίο, αγαπημένε μου», πρόλαβαν να πουν ο ένας στον άλλο. Έγιναν δύο δέντρα, μια βελανιδιά και μια φλαμουριά, με τα κλαδιά τους ενωμένα για πάντα.

Η ιστορία του Οβίδιου συνδέεται με την αρχαία αξία της φιλοξενίας. Οι δύο ηλικιωμένοι δεν έδωσαν πολλά, γιατί δεν είχαν πολλά. Πρόσφεραν όμως ό,τι είχαν, χωρίς να ξέρουν ποιοι ήταν οι ξένοι. Έτσι, η αφήγηση θυμίζει ότι η αληθινή φιλοξενία δεν προσφέρεται μόνο στους πλούσιους και στους ισχυρούς.

À lire ensuite

Tous les mythes →

Tu viens de lire du grec.

Commencez gratuitement : l'alphabet, vos premiers mots et des exercices corrigés instantanément.

Commencer le niveau A1Sans carte bancaire