grecfacilegrecfacile
← Geri

Μυθολογία · Επίπεδο Α2

Ο Φιλήμων και η Βαυκίδα

Δύο φτωχοί γέροι άνοιξαν την πόρτα τους — και φιλοξένησαν θεούς.

Μια φορά ο Δίας και ο Ερμής κατέβηκαν στη γη ντυμένοι σαν φτωχοί ταξιδιώτες. Ήθελαν να δουν: είναι οι άνθρωποι φιλόξενοι;

Οι δύο θεοί περπάτησαν σε μια χώρα της Φρυγίας. Χτύπησαν χίλιες πόρτες και ζήτησαν λίγο φαγητό και ένα μέρος για ύπνο. Χίλιες πόρτες έκλεισαν μπροστά τους. Κανείς δεν ήθελε τους φτωχούς ξένους.

Στην άκρη του χωριού υπήρχε μια μικρή καλύβα. Εκεί ζούσαν δύο φτωχοί γέροι, ο Φιλήμων και η Βαυκίδα. Ζούσαν μαζί από τα νιάτα τους και αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλον. Όταν οι ξένοι χτύπησαν την πόρτα, την άνοιξαν αμέσως. «Περάστε», είπαν. «Το σπίτι μας είναι μικρό, αλλά έχει θέση για σας.»

Η Βαυκίδα άναψε φωτιά και έβαλε στο τραπέζι ό,τι είχαν: ψωμί, ελιές, τυρί, λίγο κρασί. Τότε έγινε κάτι παράξενο: η κανάτα με το κρασί δεν άδειαζε ποτέ. Όσο έπιναν οι ξένοι, τόσο γέμιζε ξανά μόνη της. Οι γέροι κατάλαβαν: οι ξένοι ήταν θεοί! Φοβήθηκαν και ήθελαν να μαγειρέψουν για αυτούς τη μοναδική τους χήνα. Η χήνα όμως έτρεξε και κρύφτηκε κοντά στους θεούς.

«Σταματήστε», είπαν οι θεοί. «Είμαστε ο Δίας και ο Ερμής. Οι γείτονές σας θα πληρώσουν για την κακία τους. Εσείς όμως όχι. Ελάτε μαζί μας στο βουνό.» Από ψηλά οι γέροι είδαν κάτω μόνο νερό: μια λίμνη σκέπασε όλη τη χώρα. Μόνο η καλύβα τους έμεινε — και μπροστά στα μάτια τους έγινε ένας όμορφος ναός.

«Ζητήστε ό,τι θέλετε», είπε ο Δίας. Οι γέροι απάντησαν: «Θέλουμε να είμαστε φύλακες στον ναό σας. Και στο τέλος θέλουμε να πεθάνουμε μαζί, την ίδια στιγμή. Κανείς από τους δύο δεν θέλει να δει τον τάφο του άλλου.»

Η ευχή τους βγήκε αληθινή. Έζησαν πολλά ήσυχα χρόνια στον ναό. Μια μέρα, πολύ γέροι πια, στέκονταν μπροστά στον ναό και μιλούσαν. Ξαφνικά ο Φιλήμων είδε φύλλα στα χέρια της Βαυκίδας, και εκείνη είδε φύλλα στα δικά του. «Γεια σου, αγάπη μου», πρόλαβαν να πουν. Έγιναν δύο δέντρα, μια βελανιδιά και μια φλαμουριά, με τα κλαδιά τους ενωμένα για πάντα.