Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Φιλήμων και η Βαυκίδα
Δύο φτωχοί γέροι άνοιξαν την πόρτα τους — και φιλοξένησαν θεούς.
Την ιστορία αφηγείται ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος. Μια φορά ο Δίας και ο Ερμής κατέβηκαν στη γη με ανθρώπινη μορφή, σαν απλοί ταξιδιώτες. Αναζητούσαν ένα φιλόξενο σπίτι για να ξεκουραστούν.
Οι δύο θεοί περπάτησαν σε μια χώρα της Φρυγίας. Χτύπησαν χίλιες πόρτες και ζήτησαν ένα μέρος για να ξεκουραστούν. Χίλιες πόρτες έκλεισαν μπροστά τους. Κανείς δεν ήθελε τους φτωχούς ξένους.
Στην άκρη του χωριού υπήρχε μια μικρή καλύβα. Εκεί ζούσαν δύο φτωχοί γέροι, ο Φιλήμων και η Βαυκίδα. Ζούσαν μαζί από τα νιάτα τους και αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλον. Όταν οι ξένοι χτύπησαν την πόρτα, την άνοιξαν αμέσως. «Περάστε», είπαν. «Το σπίτι μας είναι μικρό, αλλά έχει θέση για σας.»
Η Βαυκίδα άναψε φωτιά και έβαλε στο τραπέζι ό,τι είχαν: αυγά, τυρί, φρούτα και λίγο κρασί. Τότε έγινε κάτι παράξενο: το δοχείο με το κρασί γέμιζε ξανά μόνο του. Οι γέροι κατάλαβαν: οι ξένοι ήταν θεοί! Φοβήθηκαν και ήθελαν να μαγειρέψουν για αυτούς τη μοναδική τους χήνα. Η χήνα όμως έτρεξε και κρύφτηκε κοντά στους θεούς.
«Σταματήστε», είπαν οι θεοί. «Είμαστε ο Δίας και ο Ερμής. Οι γείτονές σας θα πληρώσουν για την κακία τους. Εσείς όμως όχι. Ελάτε μαζί μας στο βουνό.» Από ψηλά οι γέροι είδαν κάτω μόνο νερό: μια λίμνη είχε σκεπάσει τα σπίτια της περιοχής. Μόνο η καλύβα τους έμεινε και, μπροστά στα μάτια τους, έγινε ένας όμορφος ναός.
«Ζητήστε ό,τι θέλετε», είπε ο Δίας. Οι γέροι απάντησαν: «Θέλουμε να είμαστε ιερείς και φύλακες στον ναό σας. Και στο τέλος θέλουμε να πεθάνουμε μαζί, την ίδια στιγμή. Κανείς από τους δύο δεν θέλει να δει τον τάφο του άλλου.»
Η ευχή τους πραγματοποιήθηκε. Έζησαν πολλά ήσυχα χρόνια στον ναό. Μια μέρα, πολύ γέροι πια, στέκονταν μπροστά στον ναό και μιλούσαν. Ξαφνικά ο Φιλήμων είδε φύλλα στα χέρια της Βαυκίδας, και εκείνη είδε φύλλα στα δικά του. «Αντίο, αγαπημένε μου», πρόλαβαν να πουν ο ένας στον άλλο. Έγιναν δύο δέντρα, μια βελανιδιά και μια φλαμουριά, με τα κλαδιά τους ενωμένα για πάντα.
Η ιστορία του Οβίδιου συνδέεται με την αρχαία αξία της φιλοξενίας. Οι δύο γέροι δεν έδωσαν πολλά, γιατί δεν είχαν πολλά. Πρόσφεραν όμως ό,τι είχαν, χωρίς να ξέρουν ποιοι ήταν οι ξένοι. Έτσι, η αφήγηση θυμίζει ότι η αληθινή φιλοξενία δεν προσφέρεται μόνο στους πλούσιους και στους ισχυρούς.