grecfacilegrecfacile
← 返回

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Σαλμωνέας, ο βασιλιάς που έπαιζε τον Δία

Έστησε βροντές από χαλκό και ζήτησε να τον λατρεύουν. Πήρε τον αληθινό κεραυνό.

Ο Σαλμωνέας ήταν αδελφός του Σισύφου και ίδρυσε μια πόλη στην Ήλιδα. Ήταν πλούσιος, ικανός και εξαιρετικά ματαιόδοξος. Κάποια στιγμή έπαψε να του αρκεί να είναι βασιλιάς.

Διέταξε τους υπηκόους του να σταματήσουν τις θυσίες στον Δία και να τις προσφέρουν σε αυτόν. Ανακήρυξε τον εαυτό του θεό. Και επειδή ήξερε ότι ο κόσμος δεν πείθεται με ανακοινώσεις, έστησε μια παράσταση.

Έδεσε πίσω από το άρμα του χάλκινα δοχεία και ξερά δέρματα, ώστε να κροταλίζουν στον δρόμο σαν βροντή. Έβαλε τα άλογα να καλπάζουν πάνω σε μια γέφυρα από χαλκό, για να δυναμώνει ο ήχος. Και καθώς περνούσε, πετούσε αναμμένους δαυλούς προς το πλήθος, φωνάζοντας ότι αυτοί ήταν οι κεραυνοί του.

Όποιον άγγιζε ο δαυλός, τον διέταζε να πέσει κάτω σαν χτυπημένος από κεραυνό. Μερικοί δεν σηκώθηκαν ποτέ.

Ο Δίας τον παρακολουθούσε. Δεν έστειλε αρρώστια, δεν τον τρέλανε, δεν τον παρέδωσε στους Ερινύες. Έκανε ακριβώς ένα πράγμα: του έριξε έναν πραγματικό κεραυνό.

Ο Σαλμωνέας εξαφανίστηκε μαζί με το άρμα του, τα χάλκινα δοχεία, τη γέφυρα και ολόκληρη την πόλη που είχε χτίσει. Ο Βιργίλιος τον τοποθετεί αργότερα βαθιά στα Τάρταρα, να πληρώνει «για τη μίμηση της φωτιάς του Δία και των ήχων του Ολύμπου».

Το ενδιαφέρον στην τιμωρία είναι ότι ταιριάζει ακριβώς στο έγκλημα. Ο Σαλμωνέας δεν κατηγορήθηκε ότι ήταν σκληρός βασιλιάς — υπήρξαν πολύ χειρότεροι που πέθαναν ήσυχα στο κρεβάτι τους. Κατηγορήθηκε ότι έστησε ένα ομοίωμα της θεϊκής δύναμης και ζήτησε να το πάρουν για αληθινό.

Οι Έλληνες είχαν λέξη γι' αυτό: ύβρις. Και είχαν και μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα για το πώς τελειώνει. Όποιος παριστάνει τη βροντή για αρκετό καιρό, κάποια στιγμή τη συναντάει.