grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Ο μύθος του Αριστοφάνη για τον έρωτα

Ήμασταν κάποτε ολόκληροι. Μας έκοψαν στη μέση — και από τότε ψάχνουμε.

Στο Συμπόσιο, οι καλεσμένοι συμφωνούν να μιλήσει ο καθένας για τον Έρωτα. Όταν έρχεται η σειρά του κωμωδιογράφου Αριστοφάνη, εκείνος δηλώνει ότι θα μιλήσει διαφορετικά από τους προηγούμενους — και αφηγείται.

Παλιά, λέει, η ανθρώπινη φύση δεν ήταν όπως σήμερα. Τα γένη ήταν τρία, όχι δύο: το αρσενικό, το θηλυκό, και ένα τρίτο που μετείχε και στα δύο, το ανδρόγυνο, που έχει πια χαθεί και έμεινε μόνο ως λέξη.

Το σχήμα κάθε ανθρώπου ήταν σφαιρικό: τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια, ένας λαιμός στρογγυλός με δύο πρόσωπα που κοίταζαν σε αντίθετες κατευθύνσεις, τέσσερα αυτιά. Περπατούσαν όρθιοι, και όταν ήθελαν να τρέξουν γρήγορα, κυλούσαν κάνοντας τούμπες με τα οκτώ τους μέλη, όπως οι ακροβάτες.

Ήταν τρομερά δυνατοί, και το φρόνημά τους μεγάλο. Επιχείρησαν να ανέβουν στον ουρανό για να επιτεθούν στους θεούς.

Οι θεοί συσκέφθηκαν. Να τους κεραυνώσουν και να τους εξαφανίσουν, όπως τους Γίγαντες; Τότε θα χάνονταν και οι τιμές και οι θυσίες. Ο Δίας βρήκε λύση: «Θα τους κόψω στα δύο. Θα γίνουν πιο αδύναμοι, και ταυτόχρονα πιο χρήσιμοι για εμάς, γιατί θα είναι περισσότεροι. Και αν πάλι φανούν αναιδείς, θα τους κόψω ξανά — και θα περπατούν στο ένα πόδι».

Τους έκοψε, όπως κόβει κανείς ένα αυγό με μια τρίχα. Και ζήτησε από τον Απόλλωνα να γυρίσει το πρόσωπο του καθενός προς την πλευρά της τομής, ώστε ο άνθρωπος να βλέπει το κόψιμό του και να είναι πιο μετρημένος. Ο Απόλλων μάζεψε το δέρμα προς τη μέση και το έδεσε σε ένα σημείο: αυτό που λέμε αφαλό, το «σημάδι του παλιού πάθους».

Και τότε άρχισε το πρόβλημα. Κάθε μισό έψαχνε το δικό του μισό. Όταν συναντιόνταν, αγκαλιάζονταν και δεν ήθελαν να χωρίσουν· ξεχνούσαν να φάνε και να κάνουν οτιδήποτε άλλο, και πέθαιναν από πείνα και αδράνεια. Ο Δίας τους λυπήθηκε και τους μετακίνησε το σώμα, ώστε η ένωση να παράγει ζωή και να μπορεί να έχει τέλος — να σηκώνεται ο άνθρωπος και να στρέφεται πάλι στη δουλειά του.

«Από τότε», λέει ο Αριστοφάνης, «ο έρωτας είναι έμφυτος στους ανθρώπους: είναι αυτός που ξαναφέρνει την αρχαία φύση, που προσπαθεί από δύο να κάνει ένα και να γιατρέψει την ανθρώπινη φύση».

Και προσθέτει κάτι που είναι το ουσιαστικό: αν ρωτούσε κανείς δύο ερωτευμένους τι ακριβώς θέλουν ο ένας από τον άλλον, δεν θα ήξεραν να απαντήσουν. Κανείς δεν θα έλεγε ότι θέλει απλώς την ηδονή. Η ψυχή του καθενός θέλει κάτι που δεν μπορεί να το ονομάσει και μόνο υπαινίσσεται.

Ο Πλάτωνας δίνει αυτόν τον λόγο στον κωμικό ποιητή, και ο λόγος είναι πράγματι αστείος — γελάνε στο δείπνο. Είναι όμως και η μοναδική στιγμή του Συμποσίου που εξηγεί όχι τι αξίζει να αγαπάμε, αλλά γιατί το ερωτευμένο ζευγάρι νιώθει ότι κάτι του λείπει, ακόμα κι όταν έχει.