Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Η Μήδεια
Η προδομένη μάγισσα της Κολχίδας και η πιο σκοτεινή εκδίκηση του μύθου.
Για χάρη του Ιάσονα, η Μήδεια πρόδωσε τον πατέρα της και εγκατέλειψε την πατρίδα της. Όταν εκείνος την εγκατέλειψε με τη σειρά του, η αγάπη της μεταμορφώθηκε σε οργή που δεν λογάριασε τίποτε — ούτε καν τα ίδια της τα παιδιά.
Η Μήδεια, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη και εγγονή του Ήλιου, ήταν μάγισσα με γνώσεις που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Όταν ο Ιάσων έφτασε με την Αργώ ζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας, εκείνη τον ερωτεύτηκε και έγινε το κλειδί της επιτυχίας του: με τα βότανα και τις συμβουλές της ξεπέρασε τις θανάσιμες δοκιμασίες του Αιήτη και άρπαξε το δέρας. Για χάρη του πρόδωσε τον πατέρα της και έφυγε μαζί του, κόβοντας για πάντα τους δεσμούς με τη γενιά της. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, το ζευγάρι κατέληξε εξόριστο στην Κόρινθο, όπου απέκτησε δύο γιους.
Εκεί ο Ιάσων, αναζητώντας δύναμη και ασφάλεια, αρνήθηκε τους όρκους του: συμφώνησε να παντρευτεί τη Γλαύκη, την κόρη του βασιλιά Κρέοντα. Η Μήδεια, ξένη σε ξένο τόπο, χωρίς πατρίδα και χωρίς προστάτη, είδε τη ζωή της να καταρρέει. Ο Κρέων, φοβούμενος την οργή και τις γνώσεις της, τη διέταξε να εγκαταλείψει αμέσως την πόλη μαζί με τα παιδιά της. Εκείνη, με δάκρυα και ταπεινά λόγια, τον ικέτευσε να της χαρίσει μία μόνο ημέρα — και ο βασιλιάς, παρασυρμένος από οίκτο, της την παραχώρησε. Ήταν το μοιραίο του λάθος.
Μέσα σε εκείνη την ημέρα η Μήδεια εξασφάλισε πρώτα το μέλλον της: ο βασιλιάς της Αθήνας Αιγέας, περνώντας από την Κόρινθο, ορκίστηκε να της προσφέρει άσυλο στην πόλη του. Έπειτα έστησε την εκδίκησή της. Προσποιούμενη ότι συμφιλιώθηκε με τον Ιάσονα, έστειλε στη νύφη δώρα γάμου με τα χέρια των παιδιών της: έναν λεπτοϋφασμένο πέπλο και ένα χρυσό στεφάνι, ποτισμένα με δηλητήριο. Μόλις η Γλαύκη τα φόρεσε, μια αόρατη φωτιά τής έλιωσε τις σάρκες· ο πατέρας της, που έτρεξε να την αγκαλιάσει, βρήκε τον ίδιο φρικτό θάνατο.
Απέμενε το τελευταίο, το πιο ασήκωτο βήμα. Η Μήδεια πάλεψε με τον ίδιο της τον εαυτό — η καρδιά της μάνας ενάντια στη λογική της εκδίκησης, σε έναν μονόλογο που έμεινε από τους πιο συγκλονιστικούς του αρχαίου θεάτρου. Στο τέλος επικράτησε ο θυμός: για να πληγώσει τον Ιάσονα εκεί που πονούσε περισσότερο, και για να μην αφήσει τα παιδιά της στα χέρια των εχθρών της, τα σκότωσε με το ίδιο της το χέρι.
Όταν ο Ιάσων έφτασε αλλόφρων στο σπίτι της, η Μήδεια εμφανίστηκε ψηλά στον ουρανό, πάνω σε φτερωτό άρμα που της είχε στείλει ο παππούς της ο Ήλιος, κρατώντας τα νεκρά παιδιά. Απέκρουσε τις κατάρες του, του αρνήθηκε ακόμη και το δικαίωμα να τα θάψει, και χάθηκε προς την Αθήνα, αφήνοντάς τον χωρίς συζύγους, χωρίς παιδιά, χωρίς μέλλον.
Στην τραγωδία του Ευριπίδη, που παρουσιάστηκε το 431 π.Χ., η Μήδεια δεν είναι απλώς μια «βάρβαρη» μάγισσα: είναι η φωνή της αδικημένης ξένης και της προδομένης γυναίκας, που μετατρέπει την απόγνωσή της σε όπλο — και ο μύθος της παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα για το πού μπορεί να φτάσει ο πληγωμένος άνθρωπος.