Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Το ποτήρι στην Αθήνα
Ο πατέρας του κρατούσε το δηλητήριο. Τον έσωσε το σχήμα ενός σπαθιού.
Πριν φύγει από την Τροιζήνα, ο Αιγέας είχε σηκώσει έναν βαρύ βράχο και είχε αφήσει από κάτω δύο πράγματα: ένα σπαθί και ένα ζευγάρι σανδάλια.
Είπε στη μητέρα του παιδιού: όταν ο γιος μου μπορέσει να σηκώσει μόνος του αυτή την πέτρα, στείλ' τον σε μένα με αυτά.
Πέρασαν δεκαέξι χρόνια. Ο Θησέας σήκωσε τον βράχο, πήρε το σπαθί και ξεκίνησε.
Στο μεταξύ, στην Αθήνα, ο Αιγέας δεν ήταν μόνος. Ζούσε μαζί του η Μήδεια.
Είχε φτάσει εκεί μετά την Κόρινθο, όπου είχε σκοτώσει τα ίδια της τα παιδιά. Ο Αιγέας της είχε δώσει άσυλο με μία υπόσχεση: ότι με τις τέχνες της θα του χάριζε επιτέλους έναν διάδοχο.
Είχαν αποκτήσει έναν γιο, τον Μήδο.
Όταν έφτασε στην πόλη ο νεαρός που είχε καθαρίσει τον δρόμο από τους ληστές, όλοι μιλούσαν γι' αυτόν. Ο Αιγέας δεν ήξερε ποιος είναι.
Η Μήδεια κατάλαβε αμέσως.
Δεν χρειάστηκε μαγεία. Της αρκούσε να μετρήσει τα χρόνια.
Και ήξερε τι σημαίνει αυτός ο ξένος για το δικό της παιδί.
Πήγε λοιπόν στον Αιγέα και του μίλησε με τον τρόπο που καταλάβαινε καλύτερα ένας γέρος βασιλιάς χωρίς στρατό: του είπε ότι ο νέος είναι κατάσκοπος, ότι μαζεύει οπαδούς, ότι ήρθε για τον θρόνο.
Ο Αιγέας φοβήθηκε.
Αποφάσισαν να τον καλέσουν σε συμπόσιο και να τον δηλητηριάσουν.
Το δηλητήριο το ετοίμασε η Μήδεια. Ήταν ακόνιτο — το φυτό που, έλεγαν, φύτρωσε από τον αφρό που έσταξε από το στόμα του Κέρβερου όταν ο Ηρακλής τον τράβηξε στο φως.
Ο Θησέας ήρθε και κάθισε. Ο πατέρας του του πρόσφερε το ποτήρι με το χέρι του.
Και τότε ο Θησέας έκανε κάτι που είχε ετοιμάσει από πριν. Ήθελε να αναγνωριστεί χωρίς να το πει, όπως κάνουν οι ήρωες. Τράβηξε το σπαθί του σαν να έκοβε το κρέας.
Ο Οβίδιος περιγράφει τη σκηνή σε τρεις γραμμές: το ποτήρι στα χείλη του νέου, και ο γέρος να αναγνωρίζει το ελεφαντόδοντο στη λαβή.
Ήταν το σπαθί που ο ίδιος είχε βάλει κάτω από τον βράχο.
Χτύπησε το ποτήρι από τα χέρια του παιδιού του. Το κρασί χύθηκε στο μαρμάρινο πάτωμα και το μάρμαρο, λέει ο μύθος, έβγαλε καπνό.
Η Μήδεια έφυγε από την Αθήνα την ίδια μέρα, μέσα σε σύννεφο, πριν προλάβουν να την πιάσουν. Πήρε τον γιο της και πήγε ανατολικά — και οι αρχαίοι έλεγαν ότι από εκείνο το παιδί πήραν το όνομά τους οι Μήδοι.
Στους μύθους των Ελλήνων, η αναγνώριση έρχεται σχεδόν πάντα την τελευταία στιγμή, και σχεδόν πάντα από ένα αντικείμενο: ένα σπαθί, μια ουλή, ένα ύφασμα, ένα δαχτυλίδι. Ο άνθρωπος ξεχνάει πρόσωπα. Τα πράγματα θυμούνται.