Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Λαοκόων και το ξύλινο άλογο
Είπε την αλήθεια στη σωστή στιγμή. Και αυτό ακριβώς τον κατέστρεψε.
Ένα πρωί οι Τρώες ξύπνησαν και είδαν την πεδιάδα άδεια. Τα ελληνικά καράβια είχαν φύγει. Μπροστά στα τείχη στεκόταν μόνο ένα τεράστιο ξύλινο άλογο.
Μετά από δέκα χρόνια πολιορκίας, η πόλη ξέσπασε σε χαρά. Άνοιξαν τις πύλες και βγήκαν έξω. Άγγιζαν το ξύλο, γελούσαν, μάζευαν λουλούδια. Κάποιοι πρότειναν να το πάρουν μέσα, ως δώρο για τη θεά Αθηνά.
Τότε ήρθε τρέχοντας ο Λαοκόων, ο ιερέας του Ποσειδώνα. Δεν είχε αποδείξεις. Είχε μόνο μια σκέψη, και τη φώναξε δυνατά:
«Τρώες, τρελαθήκατε; Πιστεύετε ότι οι εχθροί έφυγαν; Ή ότι οι Έλληνες δίνουν δώρα; Φοβάμαι τους Δαναούς, ακόμα κι όταν φέρνουν δώρα».
Και για να τους δείξει τι εννοούσε, πήρε ένα δόρυ και το κάρφωσε δυνατά στο πλευρό του αλόγου. Το χτύπημα αντήχησε: μέσα ήταν κούφιο. Όσοι στέκονταν κοντά άκουσαν έναν βαθύ ήχο — και μαζί του, για μια στιγμή, κάτι σαν μεταλλικό θόρυβο.
Αν το πλήθος είχε μείνει σιωπηλό άλλα δέκα δευτερόλεπτα, η Τροία ίσως σωζόταν.
Εκείνη τη στιγμή, από τη θάλασσα, βγήκαν δύο τεράστια φίδια. Πέρασαν την ακτή, μπήκαν ανάμεσα στο πλήθος και δεν έκαναν κακό σε κανέναν άλλο. Πήγαν ίσια στον Λαοκόωνα και στους δύο γιους του, τυλίχτηκαν γύρω τους και τους έπνιξαν μπροστά σε όλη την πόλη.
Οι Τρώες κοιτούσαν παγωμένοι. Και μετά έβγαλαν το συμπέρασμα που τους κατέστρεψε: «Οι θεοί τον τιμώρησαν επειδή χτύπησε το ιερό άλογο».
Έσπασαν ένα κομμάτι από το τείχος τους — τα ίδια τους τα χέρια — για να χωρέσει το άλογο, και το έβαλαν μέσα με τραγούδια. Τη νύχτα άνοιξε η κοιλιά του.
Η Κασσάνδρα είχε προειδοποιήσει και δεν την πίστεψαν. Ο Λαοκόων προειδοποίησε και τον είδαν να πεθαίνει — και το θεώρησαν απόδειξη ότι είχε άδικο. Ο μύθος δεν λέει απλώς ότι οι άνθρωποι δεν ακούν. Λέει κάτι πιο ανησυχητικό: ότι ένα πλήθος που έχει ήδη αποφασίσει μπορεί να πάρει οποιοδήποτε γεγονός — ακόμα και τον θάνατο αυτού που είχε δίκιο — και να το διαβάσει ως επιβεβαίωση.