Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Η Πολυξένη
Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά οι νικητές απαίτησαν ακόμη μία ανθρώπινη θυσία.
Η Τροία είχε πέσει. Ο Πρίαμος ήταν νεκρός, τα τείχη είχαν γκρεμιστεί και οι αιχμάλωτες γυναίκες είχαν μοιραστεί στους νικητές. Στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, ο ελληνικός στόλος είχε φτάσει στις ακτές της Θράκης, αλλά δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του.
Τότε, λένε, εμφανίστηκε πάνω από τον τάφο του το φάντασμα του Αχιλλέα. Σταμάτησε τον στρατό και απαίτησε ως τιμητική προσφορά την Πολυξένη, κόρη του Πριάμου και της Εκάβης.
Στη συνέλευση των Ελλήνων υπήρξε διαφωνία. Ο Αγαμέμνονας ήταν αντίθετος, ενώ οι γιοι του Θησέα και ο Οδυσσέας υποστήριξαν τη θυσία. Ο Οδυσσέας ισχυρίστηκε ότι ο μεγαλύτερος ήρωας των Ελλήνων δεν έπρεπε να μείνει ατίμητος, γιατί τότε οι μελλοντικοί πολεμιστές δεν θα αγωνίζονταν για τιμή. Η δική του πλευρά κέρδισε.
Πήγαν να την πάρουν από τη μητέρα της, την Εκάβη — που είχε ήδη χάσει τον άντρα της και σχεδόν όλα της τα παιδιά.
Ο Ευριπίδης δίνει στην κοπέλα τα δικά της λόγια. Η Πολυξένη λέει ότι προτιμά τον θάνατο από τη ζωή που την περιμένει: μια βασιλοπούλα που θα γίνει δούλα σε ξένο σπίτι και θα αντιμετωπίζεται σαν ιδιοκτησία κάποιου άλλου. Ζητά να πεθάνει τουλάχιστον ως ελεύθερη.
Στον τάφο του Αχιλλέα, μπροστά στον στρατό, ο γιος του, ο Νεοπτόλεμος, ανέλαβε να πραγματοποιήσει τη θυσία. Η Πολυξένη αρνήθηκε να την κρατούν με τη βία και στάθηκε μόνη της, προσπαθώντας να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της.
Μετά τον θάνατό της, οι Έλληνες αναγνώρισαν το θάρρος της και έφεραν κλαδιά και υφάσματα για την ταφή. Αυτό δεν κάνει την πράξη τους δίκαιη: η Πολυξένη βρισκόταν αιχμάλωτη και δεν είχε αληθινή δυνατότητα να σωθεί.
Η θυσία θεωρήθηκε ότι ικανοποίησε το φάντασμα και άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή του στόλου. Στην ίδια την «Εκάβη», όμως, ακολουθούν και άλλα γεγονότα πριν από την αναχώρηση.
Η θυσία της Πολυξένης υπήρχε ήδη στο χαμένο έπος «Ιλίου Πέρσις» και αναφέρεται αργότερα από τον Απολλόδωρο. Ο Ευριπίδης όμως στρέφει την προσοχή στη φωνή του θύματος. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, και οι νικητές σκοτώνουν μια αιχμάλωτη για την τιμή ενός νεκρού και για το ταξίδι της επιστροφής τους.
Το θάρρος της Πολυξένης δεν σημαίνει ότι διάλεξε ελεύθερα τον θάνατο ούτε δικαιολογεί εκείνους που τον επέβαλαν. Η τραγωδία μάς καλεί να δούμε πώς οι λέξεις «τιμή» και «χρέος» μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν τη βία απέναντι σε έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο.