Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Ο Σαρπηδόνας
Ρώτησε γιατί τους δίνουν τις καλύτερες θέσεις. Και απάντησε ο ίδιος.
Στην Ιλιάδα, ο Σαρπηδόνας ήταν βασιλιάς της Λυκίας και γιος του Δία και της Λαοδάμειας. Δεν ήταν Τρώας. Είχε έρθει από πολύ μακριά για να βοηθήσει τους συμμάχους του.
Στη ραψωδία Μ της Ιλιάδας, πριν από την επίθεση στο τείχος των Ελλήνων, γυρίζει στον φίλο του τον Γλαύκο και του κάνει μια ερώτηση.
Είναι μια από τις πιο άμεσες ερωτήσεις του ποιήματος.
Σε ελεύθερη απόδοση, ρωτά: «Γλαύκε, γιατί εμάς τους δύο μάς τιμούν πιο πολύ από όλους στη Λυκία;»
Και απαριθμεί: μας δίνουν τις καλύτερες θέσεις στα τραπέζια, το πιο πολύ κρέας, τα γεμάτα ποτήρια. Μας έχουν δώσει μεγάλο χωράφι δίπλα στο ποτάμι, με αμπέλι και σιτάρι. Όλοι μάς κοιτάζουν σαν να είμαστε θεοί.
Και ύστερα δίνει την απάντηση.
«Γι' αυτό πρέπει τώρα να σταθούμε μπροστά από όλους, εκεί όπου καίει η μάχη. Για να πει κάποιος Λύκιος: δεν είναι άδοξοι οι βασιλιάδες μας».
Και συνεχίζει με τα λόγια που έμειναν διάσημα.
Αν, λέει, μπορούσαμε να φύγουμε από αυτή τη μάχη και να ζήσουμε για πάντα, χωρίς γηρατειά και χωρίς θάνατο, τότε ούτε εγώ θα πολεμούσα στην πρώτη γραμμή ούτε θα σε έστελνα εσένα.
«Αλλά οι κήρες του θανάτου στέκονται γύρω μας κατά χιλιάδες, και κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να τους ξεφύγει. Πάμε λοιπόν: ή θα χαρίσουμε δόξα σε κάποιον άλλο ή θα την κερδίσουμε εμείς».
Το τέλος του έρχεται λίγες ραψωδίες αργότερα, όταν βγαίνει στη μάχη ο Πάτροκλος.
Ο Δίας τον βλέπει από ψηλά και ξέρει τι θα γίνει.
Και κάνει κάτι που δεν κάνει σχεδόν ποτέ: διστάζει.
Λέει στην Ήρα ότι σκέφτεται να τον σώσει — να τον πάρει από τη μάχη και να τον αφήσει ζωντανό στη Λυκία.
Η Ήρα τού απαντά ότι μπορεί να τον σώσει, αλλά οι άλλοι θεοί δεν θα το δεχτούν: πολλοί έχουν παιδιά που πολεμούν στην Τροία και θα θελήσουν να κάνουν το ίδιο.
Ο Δίας δέχεται το επιχείρημά της και δεν αλλάζει τη μοίρα.
Ο Όμηρος γράφει ότι ο Δίας έριξε στη γη μια συμβολική βροχή από αίμα, για να τιμήσει τον γιο του που επρόκειτο να πεθάνει μακριά από την πατρίδα. Στη δική μας εικόνα, οι κόκκινες σταγόνες γίνονται πέταλα παπαρούνας πριν αγγίξουν τη γη.
Η μονομαχία με τον Πάτροκλο τελειώνει με τον θάνατο του Σαρπηδόνα. Στην Ιλιάδα ακολουθεί σκληρή μάχη γύρω από το σώμα του. Η βίαιη στιγμή και η σύγκρουση μένουν εκτός της εικονογράφησής μας.
Τότε ο Δίας δίνει την τελευταία του εντολή γι' αυτόν.
Στέλνει τον Απόλλωνα να πάρει το σώμα από τη μάχη, να το πλύνει στο ποτάμι, να το αλείψει με λάδι και να το ντύσει με άφθαρτα ρούχα.
Και ύστερα το δίνει στους δίδυμους αδελφούς Ύπνο και Θάνατο για να το μεταφέρουν.
Εκείνοι το πηγαίνουν στη Λυκία. Εκεί οι συγγενείς και οι σύντροφοί του θα του υψώσουν τάφο και επιτύμβια στήλη, τις τιμές που αρμόζουν στους νεκρούς.









