Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Ο βασιλιάς Μίδας και το χρυσό άγγιγμα
Ένας βασιλιάς θέλει χρυσάφι — και μετά δεν μπορεί να φάει.
Ο Μίδας είναι βασιλιάς στη Φρυγία. Έχει μεγάλο παλάτι και πολλά πλούτη. Αλλά αγαπάει πολύ το χρυσάφι.
Μια μέρα ο Μίδας φιλοξενεί τον Σιληνό, τον γέρο σύντροφο και δάσκαλο του θεού Διόνυσου. Μετά τον οδηγεί πίσω στον θεό. Ο Διόνυσος χαίρεται και λέει: «Ζήτα ό,τι θέλεις». Ο Μίδας λέει: «Θέλω όλα να γίνονται χρυσάφι όταν τα αγγίζω».
Ο Μίδας αγγίζει ένα κλαδί — το κλαδί γίνεται χρυσό. Αγγίζει μια πέτρα — η πέτρα γίνεται χρυσή. Ο βασιλιάς γελάει. Είναι πολύ χαρούμενος.
Μετά ο Μίδας πεινάει. Παίρνει ψωμί, αλλά το ψωμί γίνεται χρυσάφι. Θέλει να πιει κρασί, αλλά και το κρασί γίνεται χρυσάφι. Ο Μίδας δεν μπορεί να φάει. Δεν μπορεί να πιει. Το δώρο είναι κατάρα.
Ο Μίδας κλαίει και παρακαλεί τον Διόνυσο: «Πάρε πίσω το δώρο!» Ο θεός λέει: «Πήγαινε στο ποτάμι Πακτωλό και πλύσου.» Ο Μίδας πλένεται στο ποτάμι και το χρυσό άγγιγμα φεύγει. Από τότε το ποτάμι έχει χρυσάφι μέσα στην άμμο του.
Η ιστορία είναι πολύ παλιά. Ο Αριστοτέλης γράφει ότι το χρυσάφι δεν βοηθάει τον Μίδα να φάει. Αργότερα, ο ποιητής Οβίδιος λέει όλη την ιστορία με τον Σιληνό και τον Πακτωλό. Ο Μίδας πήρε αυτό που ζήτησε, αλλά δεν σκέφτηκε καλά τι σημαίνει η λέξη «όλα».





