Μυθολογία · Επίπεδο Γ1
Ο Αμφιάραος και οι Επτά επί Θήβας
Ήξερε από πριν ότι θα πέθαινε. Πήγε επειδή τον πούλησε η γυναίκα του για ένα περιδέραιο.
Μετά την εξορία του Οιδίποδα, οι δύο γιοι του συμφώνησαν να βασιλεύουν στη Θήβα έναν χρόνο ο καθένας. Ο Ετεοκλής βασίλεψε πρώτος — και όταν πέρασε ο χρόνος, δεν παρέδωσε.
Ο Πολυνείκης πήγε στο Άργος, παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά Άδραστου και μάζεψε στρατό. Έγιναν επτά αρχηγοί, ένας για κάθε πύλη της Θήβας.
Ένας από αυτούς ήταν ο Αμφιάραος — και δεν ήθελε να πάει.
Ήταν μάντης, από τους καλύτερους που υπήρξαν, και είχε δει καθαρά τι θα γίνει: από τους επτά θα γύριζε μόνο ένας, ο Άδραστος. Οι υπόλοιποι θα έμεναν κάτω από τα τείχη.
Είπε δημόσια ότι η εκστρατεία ήταν καταδικασμένη και αρνήθηκε. Και επειδή ήξερε ότι θα τον πίεζαν, κρύφτηκε.
Ο Πολυνείκης όμως είχε φέρει μαζί του από τη Θήβα ένα κειμήλιο: το περιδέραιο της Αρμονίας, φτιαγμένο από τον Ήφαιστο για τον γάμο της με τον Κάδμο. Έκανε αυτόν που το φορούσε αγέραστο και πανέμορφο — και κατέστρεφε κάθε γενιά που το άγγιζε.
Το έδωσε στην Εριφύλη, τη γυναίκα του Αμφιάραου.
Υπήρχε ένας παλιός όρος ανάμεσα στον Αμφιάραο και τον Άδραστο: σε κάθε διαφωνία τους, θα αποφάσιζε εκείνη. Ο Αμφιάραος είχε δώσει τον λόγο του.
Η Εριφύλη πήρε το περιδέραιο και αποφάσισε ότι ο άντρας της θα πάει στον πόλεμο.
Εκείνος πήγε. Πριν φύγει, φώναξε τον γιο του τον Αλκμαίωνα και του άφησε δύο εντολές: να τον εκδικηθεί, και να μην πάει ποτέ στη Θήβα παρά μόνο με τους γιους των άλλων έξι.
Η εκστρατεία πήγε ακριβώς όπως το είχε πει. Ο Καπανέας ανέβηκε στα τείχη φωνάζοντας ότι θα έμπαινε ακόμα κι αν δεν το ήθελε ο Δίας, και ο Δίας τον κεραύνωσε πάνω στη σκάλα. Ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης σκότωσαν ο ένας τον άλλον στην πύλη. Ένας μόνο γύρισε: ο Άδραστος.
Ο Αμφιάραος έφυγε τελευταίος με το άρμα του, καταδιωκόμενος. Λίγο πριν τον προλάβουν, ο Δίας άνοιξε τη γη με κεραυνό και τον κατάπιε ολόκληρο — άλογα, άρμα και ηνίοχο — ώστε να μη σκοτωθεί σαν κοινός φυγάς.
Στο σημείο εκείνο, στον Ωρωπό, οι Έλληνες έχτισαν το Αμφιαράειο: ιερό όπου οι άρρωστοι κοιμόνταν πάνω σε δέρμα κριαριού και περίμεναν να τους πει στο όνειρο ο μάντης τη θεραπεία τους. Λειτούργησε για αιώνες.
Δέκα χρόνια αργότερα οι γιοι των επτά — οι Επίγονοι — πήγαν ξανά και πήραν τη Θήβα. Ο Αλκμαίων εκτέλεσε και τη δεύτερη εντολή του πατέρα του: σκότωσε τη μητέρα του. Και μετά τον κυνήγησαν οι Ερινύες, όπως τον Ορέστη.
Η ιστορία επιστρέφει σε ένα σημείο: ο Αμφιάραος ήξερε τα πάντα εκ των προτέρων και πήγε παρ' όλα αυτά, γιατί είχε δώσει έναν λόγο. Οι αρχαίοι δεν το έβλεπαν ως ανοησία — το έβλεπαν ως το πιο δύσκολο πράγμα που κάνει ένας άνθρωπος.