Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Ηρακλής και η Ομφάλη
Πουλήθηκε ως δούλος για έναν φόνο. Η αγοράστρια τού έδωσε ρόκα.
Ο Ηρακλής σκότωσε τον Ίφιτο, έναν φίλο του, σε μια στιγμή οργής: τον πέταξε από τα τείχη της Τίρυνθας. Δεν υπήρχε δικαιολογία, και ο ίδιος το ήξερε.
Αρρώστησε βαριά. Πήγε στους Δελφούς να ρωτήσει πώς θα καθαριστεί, και η Πυθία αρνήθηκε να του απαντήσει — δεν δίνει χρησμούς σε φονιά.
Ο Ηρακλής θύμωσε τόσο που άρπαξε τον ιερό τρίποδα του μαντείου και τον σήκωσε για να φύγει, λέγοντας ότι θα φτιάξει δικό του μαντείο. Ο Απόλλωνας κατέβηκε και τον έπιασε από την άλλη άκρη. Οι δύο τους πάλευαν για τον τρίποδα μέχρι που ο Δίας έριξε κεραυνό ανάμεσά τους.
Τότε ήρθε η απάντηση: για να καθαριστεί, ο Ηρακλής έπρεπε να πουληθεί ως δούλος για τρία χρόνια, και τα χρήματα να δοθούν στην οικογένεια του νεκρού.
Τον αγόρασε η Ομφάλη, βασίλισσα της Λυδίας.
Στην αρχή τον χρησιμοποίησε όπως θα περίμενε κανείς: καθάρισε τη χώρα από ληστές, έπιασε τους Κέρκωπες που έκλεβαν τους ταξιδιώτες, σκότωσε ένα τεράστιο φίδι στον ποταμό.
Και μετά — λένε οι μεταγενέστεροι ποιητές — άλλαξαν ρούχα.
Η Ομφάλη φόρεσε τη λεοντή, το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας, και κρατούσε το ρόπαλο. Ο Ηρακλής φόρεσε γυναικείο φόρεμα, κάθισε ανάμεσα στις υπηρέτριες και έγνεθε μαλλί με ρόκα και αδράχτι.
Οι αρχαίοι ζωγράφοι λάτρεψαν τη σκηνή: το τεράστιο χέρι που στραγγάλισε λιοντάρια να κρατάει μια κλωστή, και η βασίλισσα δίπλα να γελάει.
Οι πηγές διαφωνούν αν ήταν ταπείνωση ή όχι. Ο Σοφοκλής το αναφέρει ως ντροπή. Άλλοι το γράφουν ως παιχνίδι δύο ανθρώπων που αγαπήθηκαν — έκαναν και παιδί μαζί, και ο Ηρακλής έμεινε στη Λυδία και μετά το τέλος της δουλείας του.
Το ενδιαφέρον του επεισοδίου είναι η θέση του. Έρχεται ανάμεσα στους άθλους και στον θάνατό του, και είναι το μόνο σημείο όλης της ζωής του Ηρακλή όπου σταματάει: δεν παλεύει, δεν ταξιδεύει, δεν κουβαλάει τίποτα. Οι Έλληνες το κρατούσαν γιατί έδειχνε ότι ακόμα και ο πιο δυνατός άνθρωπος πρέπει κάποια στιγμή να υπακούσει — και ότι η τιμωρία του δεν ήταν να πονέσει, αλλά να μη μετράει η δύναμή του για τρία χρόνια.