grecfacilegrecfacile
← 返回

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Η αλληγορία του σπηλαίου

Δεμένοι από τη γέννησή τους, βλέπουν σκιές — και τις ονομάζουν πραγματικότητα.

Στην αρχή του έβδομου βιβλίου της Πολιτείας, ο Σωκράτης λέει στον Γλαύκωνα: «Φαντάσου την ανθρώπινη φύση, ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, με την εξής εικόνα».

Υπάρχει μια υπόγεια σπηλιά με ένα μακρύ άνοιγμα προς το φως. Μέσα της ζουν άνθρωποι, δεμένοι από παιδιά στα πόδια και στον λαιμό, έτσι ώστε να μπορούν να κοιτάζουν μόνο ευθεία μπροστά, στον τοίχο.

Πίσω και ψηλότερα καίει μια φωτιά. Ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες υπάρχει ένας δρόμος με ένα χαμηλό τοιχάκι, σαν εκείνο πίσω από το οποίο κρύβονται οι θαυματοποιοί. Κατά μήκος του περνούν άνθρωποι κρατώντας ψηλά ομοιώματα: ζώα, σκεύη, αγάλματα. Άλλοι μιλούν, άλλοι σωπαίνουν.

Οι δεσμώτες δεν έχουν δει ποτέ ούτε τους εαυτούς τους ούτε ο ένας τον άλλον. Έχουν δει μόνο τις σκιές που ρίχνει η φωτιά στον τοίχο απέναντι. Και όταν κάποιος από τους μεταφορείς μιλάει, η ηχώ έρχεται από τον τοίχο — οπότε οι δεσμώτες πιστεύουν, εύλογα, ότι μιλούν οι σκιές.

«Αυτοί οι άνθρωποι», λέει ο Σωκράτης, «δεν θα θεωρούσαν αληθινό τίποτε άλλο παρά τις σκιές».

Και μεταξύ τους έχουν και τιμές: βραβεύουν όποιον ξεχωρίζει καλύτερα τις σκιές, όποιον θυμάται με ποια σειρά συνηθίζουν να περνούν και μπορεί να προβλέψει τι θα έρθει. Έχουν, δηλαδή, επιστήμη — μια πλήρη, λειτουργική επιστήμη των σκιών.

Ας λύσουμε τώρα έναν. Τον σηκώνουμε όρθιο, τον γυρίζουμε προς το φως. Τα μάτια του πονούν. Τα πράγματα που βλέπει τώρα του φαίνονται λιγότερο σαφή από τις σκιές που ήξερε, και θα θελήσει να γυρίσει πίσω. Αν τον σύρουμε με τη βία στην ανηφόρα και τον βγάλουμε στον ήλιο, θα είναι στην αρχή εντελώς τυφλωμένος.

Θα χρειαστεί χρόνο. Πρώτα θα δει σκιές, μετά είδωλα μέσα στα νερά, μετά τα ίδια τα πράγματα. Τη νύχτα θα κοιτάξει τα άστρα. Και τελευταίο απ' όλα θα μπορέσει να δει τον ίδιο τον ήλιο — και να καταλάβει ότι αυτός ρυθμίζει τα πάντα.

Και μετά, λέει ο Σωκράτης, θα σκεφτεί τους παλιούς του συντρόφους. Θα θεωρήσει τον εαυτό του ευτυχισμένο για την αλλαγή και εκείνους αξιολύπητους. Και θα κατέβει πίσω.

Εδώ η αλληγορία γίνεται σκοτεινή. Κατεβαίνοντας από το φως στο σκοτάδι, τα μάτια του δεν θα λειτουργούν. Θα τα πηγαίνει άσχημα στον διαγωνισμό των σκιών, χειρότερα από πριν φύγει. Θα λένε ότι ανέβηκε και γύρισε με χαλασμένα μάτια, ότι δεν αξίζει καν να προσπαθήσει κανείς να ανέβει. «Και αν μπορούσαν να πιάσουν στα χέρια τους και να σκοτώσουν εκείνον που επιχειρεί να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δεν θα τον σκότωναν;»

Ο Πλάτωνας έγραφε λίγα χρόνια μετά τη δίκη του Σωκράτη. Οι πρώτοι αναγνώστες δεν χρειάζονταν εξήγηση για την τελευταία πρόταση.