grecfacilegrecfacile
← 返回

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Ο Νέσσος και η Δηιάνειρα

Ο εχθρός που πέθαινε της έδωσε ένα δώρο. Το κράτησε είκοσι χρόνια.

Ο Ηρακλής παντρεύτηκε τη Δηιάνειρα και ταξίδευαν μαζί προς την πατρίδα του. Στον δρόμο βρήκαν ένα ποτάμι, τον Εύηνο, που είχε φουσκώσει από τις βροχές.

Στην όχθη περίμενε ένας Κένταυρος, ο Νέσσος. Έβγαζε χρήματα περνώντας τους ταξιδιώτες απέναντι στην πλάτη του.

Ο Ηρακλής δεν χρειαζόταν βοήθεια· πέρασε μόνος του κολυμπώντας. Έδωσε όμως τη γυναίκα του στον Κένταυρο να την περάσει.

Στη μέση του ποταμού ο Νέσσος προσπάθησε να την αρπάξει. Η Δηιάνειρα φώναξε. Ο Ηρακλής, από την απέναντι όχθη, γύρισε, τέντωσε το τόξο και τον χτύπησε με ένα βέλος στο στήθος.

Τα βέλη του Ηρακλή ήταν βουτηγμένα στο αίμα της Λερναίας Ύδρας. Δεν υπήρχε αντίδοτο. Ο Νέσσος ήξερε ότι πέθαινε.

Και εκείνη τη στιγμή, ξαπλωμένος στο νερό, μίλησε στη Δηιάνειρα με φωνή φιλική.

«Πάρε λίγο από το αίμα μου», της είπε. «Φύλαξέ το. Είναι φίλτρο αγάπης. Αν κάποτε ο Ηρακλής αγαπήσει άλλη γυναίκα, βάψε μαζί του ένα ρούχο και δώσ' του το να το φορέσει. Θα γυρίσει σ' εσένα και δεν θα κοιτάξει ποτέ άλλη».

Η Δηιάνειρα τον πίστεψε. Μάζεψε το αίμα σε ένα δοχείο και το έκρυψε.

Πέρασαν χρόνια. Ο Ηρακλής νίκησε μια πόλη και έστειλε στο σπίτι τους αιχμαλώτους. Ανάμεσά τους ήταν μια νέα πριγκίπισσα, η Ιόλη. Η Δηιάνειρα κατάλαβε αμέσως γιατί την είχε στείλει.

Δεν θύμωσε και δεν εκδικήθηκε. Θυμήθηκε το δώρο του Κένταυρου. Πήρε έναν χιτώνα, τον έβαψε στο αίμα και τον έστειλε στον άντρα της για τη θυσία που ετοίμαζε.

Ο Ηρακλής τον φόρεσε. Με τη ζέστη της φωτιάς, το δηλητήριο ξύπνησε. Το ύφασμα κόλλησε στο δέρμα του και άρχισε να το καίει. Προσπάθησε να το βγάλει και έφευγε μαζί με το δέρμα.

Ο πιο δυνατός άνθρωπος του κόσμου, που είχε νικήσει λιοντάρια, τέρατα και τον ίδιο τον θάνατο, δεν μπορούσε να βγάλει ένα πουκάμισο. Ζήτησε να του χτίσουν πυρά στο βουνό Οίτη και ανέβηκε πάνω της μόνος του.

Η Δηιάνειρα, όταν έμαθε τι είχε κάνει, αυτοκτόνησε.

Ο Σοφοκλής έγραψε γι' αυτό τις Τραχίνιες, και το κράτησε καθαρό: κανείς από τους δύο δεν ήθελε κακό. Η Δηιάνειρα ήθελε να κρατήσει τον άντρα της. Ο Ηρακλής δεν σκότωσε τον Νέσσο άδικα. Το μόνο λάθος έγινε είκοσι χρόνια νωρίτερα, σε μια στιγμή: κράτησε το δώρο ενός ανθρώπου που ο άντρας της μόλις είχε σκοτώσει, και δεν σκέφτηκε γιατί εκείνος της το πρόσφερε.