grecfacilegrecfacile
← 返回

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Η Αριάδνη και ο Διόνυσος

Την άφησαν κοιμισμένη σε ένα άδειο νησί. Ξύπνησε και έγινε θεά.

Η Αριάδνη ήταν κόρη του Μίνωα. Όταν ο Θησέας ήρθε στην Κρήτη για τον Μινώταυρο, εκείνη τον ερωτεύτηκε και του έδωσε τον μίτο — την κλωστή που τον έβγαλε ζωντανό από τον Λαβύρινθο.

Πρόδωσε τον πατέρα της, την πατρίδα της και τον αδελφό της, και έφυγε μαζί του.

Στον δρόμο σταμάτησαν στη Νάξο για να ξεκουραστούν. Η Αριάδνη αποκοιμήθηκε στην ακρογιαλιά.

Όταν ξύπνησε, ο ορίζοντας ήταν άδειος. Ο Θησέας είχε φύγει με όλο του το πλήρωμα.

Οι αρχαίοι δεν συμφωνούσαν ποτέ για το γιατί. Άλλοι έλεγαν ότι την ξέχασε. Άλλοι ότι μια θεϊκή φωνή τον διέταξε να την αφήσει. Άλλοι — και ο Όμηρος υπαινίσσεται κάτι τέτοιο — ότι απλώς δεν τη χρειαζόταν πια, αφού είχε βγει από τον Λαβύρινθο. Καμία εκδοχή δεν τον αθωώνει.

Έμεινε λοιπόν μόνη σε ένα νησί, χωρίς σπίτι να γυρίσει: η οικογένειά της δεν θα τη δεχόταν ποτέ μετά από όσα έκανε.

Και τότε ακούστηκε μουσική.

Από την άλλη μεριά του νησιού ερχόταν μια πομπή: τύμπανα, αυλοί, Μαινάδες που χόρευαν, Σάτυροι, λεοπαρδάλεις. Μπροστά τους ήταν ο Διόνυσος.

Δεν τη λυπήθηκε και δεν τη «διέσωσε». Της ζήτησε να τον παντρευτεί.

Το δώρο του γάμου ήταν ένα στεφάνι από χρυσάφι, φτιαγμένο από τον ίδιο τον Ήφαιστο. Και ο Διόνυσος έκανε γι' αυτήν κάτι που δεν είχε κάνει για κανέναν: την έκανε αθάνατη. Η Αριάδνη δεν έγινε σύζυγος θεού· έγινε θεά.

Όταν αργότερα πέθανε — γιατί ακόμα και έτσι υπάρχουν εκδοχές — ο Διόνυσος πήρε το στεφάνι και το πέταξε ψηλά στον ουρανό. Τα πετράδια του άπλωσαν σε ένα ημικύκλιο και έμειναν εκεί: ο Στέφανος, ο αστερισμός Corona Borealis, που φαίνεται ακόμα τα καλοκαιρινά βράδια.

Οι Έλληνες αγαπούσαν αυτή την ιστορία περισσότερο από την προηγούμενη. Ο Θησέας έγινε βασιλιάς της Αθήνας και πέθανε εξόριστος, σπρωγμένος από έναν βράχο. Η κοπέλα που παράτησε κοιμισμένη έγινε αθάνατη και το στεφάνι της είναι στον ουρανό. Το νησί που της φάνηκε τέλος, λέει ο μύθος, δεν ήταν το τέλος της ιστορίας της — ήταν η αρχή.