grecfacilegrecfacile
← Atrás

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Ο Φινέας, οι Άρπυιες και οι Συμπληγάδες

Ένας τυφλός γέρος έδωσε στους Αργοναύτες το κλειδί για το αδύνατο πέρασμα.

Ταξιδεύοντας προς την Κολχίδα, οι Αργοναύτες σταμάτησαν στη Θράκη. Εκεί βασίλευε ο Φινέας, που είχε το χάρισμα της μαντείας — και το είχε χρησιμοποιήσει πολύ ελεύθερα.

Έλεγε στους ανθρώπους τα πάντα: όχι υπαινιγμούς, όχι αινίγματα, αλλά καθαρά και με λεπτομέρειες όσα σχεδίαζαν οι θεοί. Ο Δίας το θεώρησε προδοσία των μυστικών του. Τον τύφλωσε και του έστειλε την τιμωρία που τον έκανε διάσημο.

Κάθε φορά που ο Φινέας καθόταν να φάει, κατέβαιναν από τον ουρανό οι Άρπυιες: πλάσματα με πρόσωπο γυναίκας και σώμα γύπα. Άρπαζαν το φαγητό από το τραπέζι και ό,τι δεν προλάβαιναν να πάρουν το άφηναν βρόμικο, με μια μυρωδιά που δεν έφευγε.

Δεν πέθαινε — δεν του επιτρεπόταν. Απλώς πεινούσε, χρόνο με τον χρόνο, και είχε γίνει σκελετός.

Όταν έφτασε το καράβι, ο γέρος τους περίμενε στην πόρτα. Ήξερε ήδη ποιοι ήταν και ήξερε ότι μαζί τους ταξίδευαν δύο άντρες με φτερά: ο Ζήτης και ο Κάλαϊς, γιοι του Βοριά. Ένας παλιός χρησμός έλεγε ότι μόνο αυτοί μπορούσαν να τον σώσουν.

Έστρωσαν λοιπόν τραπέζι. Οι Άρπυιες ήρθαν όπως πάντα — και τότε οι δύο φτερωτοί αδελφοί σηκώθηκαν στον αέρα με τα σπαθιά τους και τις κυνήγησαν πάνω από τη θάλασσα. Τις πρόλαβαν κοντά σε κάποια νησιά, και θα τις σκότωναν, αν δεν εμφανιζόταν η Ίρις με μήνυμα από τους θεούς: να τις αφήσουν, με τον όρο ότι δεν θα ξαναενοχλήσουν τον Φινέα ποτέ.

Ο γέρος έφαγε για πρώτη φορά ήσυχος έπειτα από χρόνια. Και μετά τους έδωσε αυτό που είχαν πραγματικά ανάγκη.

«Μπροστά σας», είπε, «είναι οι Συμπληγάδες. Δύο βράχοι που επιπλέουν και χτυπάει ο ένας πάνω στον άλλον. Κανένα καράβι δεν έχει περάσει».

Και τους έδωσε το κόλπο: να αφήσουν πρώτα ένα περιστέρι να πετάξει ανάμεσα. Αν το πουλί περνούσε, θα περνούσαν κι εκείνοι· αν όχι, να γυρίσουν πίσω.

Έτσι έκαναν. Το περιστέρι πέρασε και οι βράχοι έκοψαν μόνο τα φτερά της ουράς του. Οι Αργοναύτες τράβηξαν τα κουπιά με όλη τους τη δύναμη τη στιγμή που οι βράχοι άνοιγαν ξανά. Η Αθηνά έσπρωξε το καράβι με το χέρι της. Οι Συμπληγάδες έκλεισαν πίσω τους και πήραν μόνο ένα κομμάτι από την πρύμνη.

Από τότε οι βράχοι στάθηκαν ακίνητοι για πάντα: ο χρησμός έλεγε ότι θα σταματούσαν την πρώτη φορά που ένα πλοίο θα τους περνούσε.