grecfacilegrecfacile
← Atrás

Μυθολογία · Επίπεδο Α2

Ο Λυκάων και ο ξένος

Θέλησε να δοκιμάσει τον θεό. Ο θεός τού έδειξε τι ήταν ήδη.

Ο Δίας άκουγε άσχημα νέα για τους ανθρώπους της Αρκαδίας. Έλεγαν ότι δεν σέβονταν πια τίποτα. Αποφάσισε να κατέβει ο ίδιος και να δει.

Ήρθε στη γη ντυμένος σαν φτωχός ταξιδιώτης. Χτύπησε πόρτες και ζήτησε φαγητό και ύπνο. Οι απλοί άνθρωποι τον δέχτηκαν με καλοσύνη, όπως έπρεπε: για τους αρχαίους Έλληνες, ο ξένος που χτυπάει την πόρτα σου είναι ιερός.

Έφτασε και στο παλάτι του βασιλιά Λυκάονα. Ο Λυκάων τον δέχτηκε — αλλά δεν τον πίστεψε. «Λένε ότι αυτός ο ξένος είναι θεός», σκέφτηκε. «Θα το δοκιμάσω. Αν είναι θεός, θα το καταλάβει. Αν δεν είναι, θα κοιμηθεί και δεν θα ξυπνήσει».

Ετοίμασε λοιπόν δύο πράγματα: ένα μαχαίρι για τη νύχτα, και ένα δείπνο με κρέας που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να σερβίρει σε άλλον άνθρωπο.

Ο Δίας κατάλαβε αμέσως. Δεν έφαγε. Σηκώθηκε από το τραπέζι και το παλάτι έπεσε με έναν κεραυνό.

Ο Λυκάων έτρεξε έξω στο σκοτάδι. Ήθελε να φωνάξει, αλλά από το στόμα του βγήκε ένα ουρλιαχτό. Τα ρούχα του έγιναν τρίχες, τα χέρια του πόδια, τα δόντια του μεγάλωσαν. Έγινε λύκος.

Ο μύθος όμως λέει κάτι πολύ συγκεκριμένο: ο Λυκάων δεν άλλαξε χαρακτήρα. Έμεινε ακριβώς όπως ήταν — ίδιο γκρίζο μαλλί, ίδια σκληρά μάτια, ίδια πείνα. Μόνο το σώμα του ήρθε επιτέλους στη σωστή θέση.

Η τιμωρία δεν ήταν να γίνει κάτι άλλο. Ήταν να τον δουν όλοι όπως ήταν.