Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Λυκάων και ο ξένος
Θέλησε να δοκιμάσει τον θεό. Ο θεός τού έδειξε τι ήταν ήδη.
Στις Μεταμορφώσεις του Ρωμαίου ποιητή Οβιδίου, ο Δίας ακούει άσχημα νέα για τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αποφασίζει να κατέβει στη γη και να δει μόνος του τι συμβαίνει.
Ήρθε στη γη με ανθρώπινη μορφή και ταξίδεψε στην Αρκαδία. Όταν έδειξε ότι είναι θεός, οι άνθρωποι γύρω του άρχισαν να προσεύχονται. Ο βασιλιάς Λυκάων, όμως, τους κορόιδεψε.
Έφτασε και στο παλάτι του βασιλιά Λυκάονα. Ο Λυκάων τον δέχτηκε — αλλά δεν τον πίστεψε. «Λένε ότι αυτός ο ξένος είναι θεός», σκέφτηκε. «Θα το δοκιμάσω. Αν είναι θεός, θα το καταλάβει. Αν δεν είναι, θα κοιμηθεί και δεν θα ξυπνήσει».
Σχεδίασε να σκοτώσει τον επισκέπτη ενώ κοιμόταν. Ετοίμασε επίσης ένα απαγορευμένο δείπνο με ανθρώπινο κρέας, για να δει αν ο ξένος θα το αναγνώριζε.
Ο Δίας κατάλαβε αμέσως. Δεν έφαγε και κατέστρεψε το παλάτι με κεραυνό.
Ο Λυκάων έτρεξε έξω στο σκοτάδι. Ήθελε να φωνάξει, αλλά από το στόμα του βγήκε ένα ουρλιαχτό. Τα ρούχα του έγιναν τρίχες, τα χέρια του πόδια, τα δόντια του μεγάλωσαν. Έγινε λύκος.
Ο Οβίδιος τονίζει ότι ο χαρακτήρας του δεν άλλαξε: η ίδια αγριότητα φαινόταν τώρα και στη μορφή του λύκου.
Η μεταμόρφωση παρουσιάζει συμβολικά τη βίαιη συμπεριφορά του Λυκάονα. Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι τα πραγματικά ζώα έχουν ανθρώπινη κακία.
Ο Απολλόδωρος αφηγείται άλλη εκδοχή. Εκεί ο Δίας επισκέπτεται τον Λυκάονα και τους πενήντα γιους του ως εργάτης. Η προσβολή γίνεται με την παρότρυνση ενός γιου, και ο Δίας τιμωρεί την οικογένεια με κεραυνούς. Μόνο ο νεότερος, ο Νύκτιμος, σώζεται.