grecfacilegrecfacile
← Back

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Ο Πυγμαλίων και η Γαλάτεια

Ο γλύπτης που ερωτεύτηκε το ίδιο του το άγαλμα — και η θεά που το ζωντάνεψε.

Μπορεί η τέχνη να γίνει τόσο τέλεια, ώστε να ξεπεράσει τη ζωή; Ο μύθος του Πυγμαλίωνα, όπως τον διηγείται ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις», απαντά με μια από τις πιο παράξενες ερωτικές ιστορίες της αρχαιότητας.

Στην Κύπρο, το νησί της Αφροδίτης, ζούσε κάποτε ένας χαρισματικός γλύπτης, ο Πυγμαλίων. Είχε απογοητευτεί βαθιά από τα ελαττώματα των γυναικών που έβλεπε γύρω του — ο Οβίδιος αναφέρει τις διαβόητες Προποιτίδες, που η Αφροδίτη είχε τιμωρήσει για την αδιαντροπιά τους — και είχε αποφασίσει να ζήσει μόνος, αφοσιωμένος αποκλειστικά στην τέχνη του.

Κάποια μέρα καταπιάστηκε με ένα κομμάτι λευκό ελεφαντόδοντο και άρχισε να λαξεύει μια γυναικεία μορφή. Δούλευε με τόση αγάπη και τέτοια μαεστρία, ώστε το έργο του ξεπέρασε κάθε ζωντανή ομορφιά: το άγαλμα έμοιαζε έτοιμο να κινηθεί, να μιλήσει, λες και μόνο η ντροπή το κρατούσε ακίνητο. Η τέχνη έκρυβε την τέχνη — κι ο δημιουργός, χωρίς να το καταλάβει, ερωτεύτηκε το ίδιο του το δημιούργημα.

Ο Πυγμαλίων άρχισε να φέρεται στο άγαλμα σαν να ήταν ζωντανό. Του μιλούσε, το χάιδευε, του έφερνε δώρα από εκείνα που αρέσουν στις κοπέλες: κοχύλια, λουλούδια, κοσμήματα, ωραία υφάσματα. Το έντυνε, στόλιζε τα δάχτυλά του με δαχτυλίδια, το πλάγιαζε σε μαλακά μαξιλάρια και το ονόμαζε σύντροφό του. Μα το φίλντισι, όσο τέλειο κι αν ήταν, έμενε κρύο.

Έφτασε τότε η μεγάλη γιορτή της Αφροδίτης, που τη γιόρταζε όλη η Κύπρος. Μπροστά στον βωμό της θεάς, ο Πυγμαλίων πρόσφερε τη θυσία του και ψέλλισε μια ντροπαλή ευχή: δεν τόλμησε να πει «δώσε μου γυναίκα το άγαλμά μου», αλλά «δώσε μου μια γυναίκα όμοια με την κόρη από ελεφαντόδοντο». Η Αφροδίτη όμως, που άκουγε, κατάλαβε τι πραγματικά ποθούσε η καρδιά του· και η φλόγα του βωμού φούντωσε τρεις φορές προς τον ουρανό, σημάδι ότι η ευχή είχε εισακουστεί.

Γυρίζοντας σπίτι, ο γλύπτης έσκυψε και φίλησε το άγαλμά του — και του φάνηκε ζεστό. Το φίλησε ξανά, άγγιξε το στήθος του: το φίλντισι μαλάκωνε κάτω από τα δάχτυλά του σαν το κερί που λιώνει στον ήλιο. Δεν πίστευε στα μάτια του· μα οι φλέβες χτυπούσαν πια κάτω από το δέρμα. Η κόρη άνοιξε δειλά τα μάτια, είδε ταυτόχρονα το φως του ουρανού και τον άνθρωπο που την αγαπούσε, και κοκκίνισε.

Η ίδια η Αφροδίτη ευλόγησε τον γάμο τους, και από την ένωσή τους γεννήθηκε η Πάφος, που έδωσε το όνομά της στην ιερή πόλη της θεάς στην Κύπρο. Ο Οβίδιος δεν δίνει στην κόρη όνομα· «Γαλάτεια», δηλαδή «γαλατένια, κατάλευκη», την ονόμασαν πολύ αργότερα οι νεότεροι — κι έτσι έμεινε στην ιστορία η γυναίκα που γεννήθηκε από την τέχνη και τον έρωτα.