Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Αρισταίος και οι μέλισσες
Πέθαναν όλες οι μέλισσές του. Η αιτία ήταν κάτι που είχε κάνει χρόνια πριν.
Ο Αρισταίος ήταν γιος του Απόλλωνα και μιας νύμφης. Δεν ήταν πολεμιστής και δεν σκότωσε ποτέ τέρας. Ήταν ο θεός των πραγμάτων που φροντίζεις: των κοπαδιών, της ελιάς, του τυριού και, κυρίως, των μελισσών.
Ο Βιργίλιος βάζει την ιστορία του στο τέλος ενός βιβλίου για τη γεωργία — και την κάνει το πιο περίεργο κομμάτι του.
Μια χρονιά, όλες οι μέλισσες του Αρισταίου πέθαναν.
Όχι μερικές. Όλες. Οι κυψέλες άδειασαν μέσα σε λίγες μέρες, χωρίς αρρώστια που να φαίνεται και χωρίς λόγο.
Πήγε στη μητέρα του και έκλαψε.
Εκείνη τον έστειλε σε έναν θαλάσσιο γέρο που ήξερε τα πάντα, τον Πρωτέα — με την προειδοποίηση ότι δεν μιλάει σε κανέναν με τη θέλησή του και ότι πρέπει να τον δέσει ενώ κοιμάται.
Ο Αρισταίος τον έπιασε και κρατήθηκε όσο εκείνος γινόταν φωτιά, νερό και άγριο ζώο. Στο τέλος ο γέρος υποχώρησε και μίλησε.
Και η απάντηση δεν είχε καμία σχέση με μέλισσες.
«Σε τιμωρούν», του είπε. «Θυμάσαι εκείνη τη γυναίκα που κυνήγησες μια μέρα στο λιβάδι;»
Ο Αρισταίος είχε δει κάποτε μια νέα γυναίκα και είχε τρέξει πίσω της. Εκείνη έφυγε τρέχοντας μέσα στο ψηλό χορτάρι, δεν κοίταξε κάτω, και πάτησε ένα φίδι.
Ήταν η Ευρυδίκη.
Πέθανε εκείνη τη μέρα. Και ο άντρας της, ο Ορφέας, κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο να τη φέρει πίσω, και την έχασε δεύτερη φορά στο κατώφλι.
Οι νύμφες, φίλες της, δεν το είχαν ξεχάσει.
Ο Βιργίλιος αφιερώνει τους περισσότερους στίχους σε αυτό το μέρος: στον Ορφέα, στο τραγούδι του, στη στιγμή που γυρίζει το κεφάλι. Ο Αρισταίος μένει να ακούει, σιωπηλός, την ιστορία που προκάλεσε χωρίς να το καταλάβει.
Ύστερα ο Πρωτέας του λέει τι πρέπει να κάνει για να εξιλεωθεί.
Να θυσιάσει τέσσερις ταύρους και τέσσερις αγελάδες, να αφήσει τα σώματα σε ένα κλειστό, σκεπασμένο μέρος με κλαδιά, και να μη γυρίσει να τα δει για εννιά μέρες.
Την ένατη μέρα ο Αρισταίος πήγε.
Και μέσα από τα νεκρά ζώα άκουσε ένα βουητό.
Ένα σύννεφο από μέλισσες βγήκε από τα σώματα, μαζεύτηκε σε ένα κλαδί και κρεμάστηκε εκεί σαν τσαμπί σταφύλι.
Οι αρχαίοι πίστευαν πραγματικά ότι αυτό γίνεται — το έλεγαν «βουγονία», γέννηση από βόδι. Σήμερα ξέρουμε ότι δεν γίνεται: τα έντομα που βγαίνουν από νεκρά ζώα δεν είναι μέλισσες, είναι μύγες που τους μοιάζουν.
Η ιστορία όμως δεν γράφτηκε για τη μελισσοκομία.
Ο Βιργίλιος έβαλε δίπλα δίπλα δύο άντρες που έχασαν αυτό που αγαπούσαν. Ο ένας τραγούδησε, γύρισε το κεφάλι και έχασε τα πάντα. Ο άλλος ρώτησε τι έφταιξε, πλήρωσε ό,τι του ζήτησαν και πήρε πίσω τη ζωή του.
Και άφησε τον αναγνώστη να αποφασίσει ποια από τις δύο ιστορίες είναι η θλιβερή.