grecfacilegrecfacile
← Πίσω

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Ο Έκτορας και η Ανδρομάχη

Ένας αποχαιρετισμός στα τείχη της Τροίας — η πιο τρυφερή σκηνή της Ιλιάδας.

Ανάμεσα στις μάχες και το αίμα της Ιλιάδας, ο Όμηρος σταματά για λίγο τον πόλεμο και μας δείχνει κάτι άλλο: έναν άντρα, μια γυναίκα και ένα μωρό πάνω στα τείχη μιας πόλης που πρόκειται να χαθεί.

Ενώ η μάχη μαινόταν στην πεδιάδα, ο Έκτορας, ο μεγαλύτερος γιος του Πριάμου και προστάτης της Τροίας, επέστρεψε για λίγο στην πόλη, για να ζητήσει από τις γυναίκες να προσευχηθούν στη θεά Αθηνά. Πριν γυρίσει στη μάχη, θέλησε να δει τη γυναίκα του, την Ανδρομάχη, και τον μικρό τους γιο. Δεν τους βρήκε στο σπίτι: η Ανδρομάχη είχε ανέβει τρομαγμένη στον πύργο των τειχών, για να παρακολουθεί τη μάχη, μαζί με την παραμάνα που κρατούσε το μωρό, τον Αστυάνακτα.

Εκεί, στις Σκαιές Πύλες, η Ανδρομάχη έτρεξε κοντά του με δάκρυα. «Ο δικός σου θυμός θα σε καταστρέψει», του είπε. «Δεν λυπάσαι το μωρό σου κι εμένα, που γρήγορα θα μείνω χήρα;» Του θύμισε πως δεν είχε πια κανέναν στον κόσμο: ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τον πατέρα της και τα επτά αδέλφια της, όταν κυρίευσε την πατρίδα της. «Έκτορα, εσύ είσαι για μένα πατέρας και μητέρα και αδελφός, εσύ και ο άντρας μου», του είπε, και τον ικέτεψε να μείνει πάνω στο τείχος και να μη ριχτεί ξανά στη μάχη.

Ο Έκτορας την άκουσε με πόνο. Δεν της έκρυψε την αλήθεια: ήξερε καλά, είπε, ότι θα ερχόταν η μέρα που η ιερή Τροία θα χανόταν. Όμως θα ντρεπόταν τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες αν έμενε μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός· είχε μάθει να πολεμά πάντα στην πρώτη γραμμή. Κι απ' όλα τα δεινά που έβλεπε να έρχονται, ομολόγησε, κανένα δεν τον πονούσε όσο η εικόνα της Ανδρομάχης να σέρνεται σκλάβα σε ξένη γη.

Ύστερα άπλωσε τα χέρια να πάρει τον γιο του. Το μωρό όμως τρόμαξε από τη χάλκινη περικεφαλαία και το λοφίο που κουνιόταν πάνω της, κι έβαλε τα κλάματα. Οι δυο γονείς γέλασαν· ο Έκτορας έβγαλε το κράνος, το ακούμπησε στο χώμα, φίλησε το παιδί και προσευχήθηκε στον Δία: να γίνει ο γιος του γενναίος, να βασιλέψει στην Τροία, και να λένε κάποτε πως είναι καλύτερος κι από τον πατέρα του.

Έπειτα παρηγόρησε την Ανδρομάχη: κανείς, της είπε, δεν θα τον στείλει στον Άδη πριν από την ώρα του, γιατί τη μοίρα του δεν την ξεφεύγει κανένας άνθρωπος, ούτε γενναίος ούτε δειλός. Την έστειλε σπίτι, στον αργαλειό και τις δουλειές της, κι εκείνος φόρεσε ξανά το κράνος του. Η Ανδρομάχη έφυγε γυρίζοντας συνέχεια το κεφάλι, πνιγμένη στα δάκρυα — και στο παλάτι οι γυναίκες τον θρήνησαν ζωντανό ακόμη, γιατί καμιά δεν πίστευε πως θα γύριζε από τη μάχη.

Το προαίσθημά τους βγήκε αληθινό: ο Έκτορας σκοτώθηκε αργότερα από τον Αχιλλέα. Η σκηνή όμως του αποχαιρετισμού, στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας, διαβάζεται εδώ και αιώνες ως ό,τι πιο ανθρώπινο έγραψε ποτέ ο Όμηρος.