grecfacilegrecfacile
← Zurück

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Η Πενθεσίλεια

Ο Αχιλλέας κατάλαβε ποια ήταν τη στιγμή που της έβγαλε το κράνος.

Μετά τον θάνατο του Έκτορα, η Τροία ήταν σχεδόν χαμένη. Τότε έφτασε από τα βόρεια ένας απροσδόκητος σύμμαχος: η Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, με δώδεκα πολεμίστριες.

Δεν ήρθε για τους Τρώες. Ήρθε για τον εαυτό της.

Σε ένα κυνήγι είχε ρίξει κατά λάθος το δόρυ της στην αδελφή της, την Ιππολύτη, και την είχε σκοτώσει. Ο φόνος συγγενή, ακόμα και ακούσιος, ήταν κρίμα που δεν καθαριζόταν εύκολα. Ο μόνος δρόμος που της έμενε ήταν να πεθάνει σε μάχη με τιμή.

Πολέμησε τρεις μέρες και ήταν εξαιρετική. Οι Έλληνες υποχώρησαν μπροστά της περισσότερο από όσο είχαν υποχωρήσει σε δέκα χρόνια.

Την τέταρτη μέρα βγήκε απέναντί της ο Αχιλλέας.

Η μάχη ήταν σύντομη. Το δόρυ του πέρασε την πανοπλία της και καρφώθηκε στο στήθος της. Έπεσε από το άλογο.

Ο Αχιλλέας στάθηκε από πάνω και της έβγαλε το κράνος, όπως έκανε πάντα για να δει ποιον σκότωσε.

Και τότε — λένε όλες οι πηγές το ίδιο — έμεινε ακίνητος.

Είδε το πρόσωπο μιας γυναίκας που πέθαινε, και η δική του ζωή του φάνηκε ξαφνικά από άλλη γωνία. Ο Κόιντος γράφει ότι μετάνιωσε — ότι σκέφτηκε πως θα μπορούσε να την είχε πάρει στη Φθία, όχι ως αιχμάλωτη αλλά ως σύζυγο.

Στο στράτευμα ήταν ένας άντρας που τον έλεγαν Θερσίτη, ο πιο άσχημος και ο πιο κακόγλωσσος του στρατοπέδου. Είδε τον Αχιλλέα να στέκεται πάνω από το σώμα και άρχισε να τον κοροϊδεύει δυνατά, μπροστά σε όλους, για τα αισθήματά του — και μετά έμπηξε το δόρυ του στο μάτι της νεκρής.

Ο Αχιλλέας γύρισε και τον σκότωσε με μία γροθιά.

Έδωσε μετά το σώμα της Πενθεσίλειας στους Τρώες, ώστε να τη θάψουν με τιμές μέσα στην πόλη — το ίδιο πράγμα που είχε αρνηθεί στον Έκτορα, όταν τον έσερνε γύρω από τα τείχη.

Η σκηνή ζωγραφίστηκε σε εκατοντάδες αγγεία, πάντα με την ίδια στιγμή: όχι το χτύπημα, αλλά τη ματιά μετά. Ο Αχιλλέας ζει τα τελευταία του χρόνια χάνοντας ανθρώπους — τον Πάτροκλο, μετά αυτήν — και σε καθεμία από αυτές τις στιγμές καταλαβαίνει λίγο περισσότερο τι κάνει, χωρίς να μπορεί να σταματήσει.