Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Η Σεμέλη
Ζήτησε να τον δει όπως είναι πραγματικά. Ήταν η μόνη ερώτηση που δεν έπρεπε να κάνει.
Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου, του βασιλιά της Θήβας. Ο Δίας την ερωτεύτηκε και ερχόταν να τη δει — πάντα με ανθρώπινη μορφή, ποτέ ως θεός.
Η Ήρα το έμαθε, όπως τα μάθαινε πάντα.
Αυτή τη φορά δεν έστειλε τέρας και δεν έστειλε τιμωρία. Έκανε κάτι πιο ήσυχο.
Πήρε τη μορφή μιας γριάς γυναίκας — της παραμάνας που είχε μεγαλώσει τη Σεμέλη — και πήγε να καθίσει μαζί της.
Την άφησε να μιλήσει για τον αγαπημένο της. Και ύστερα είπε, με φωνή γεμάτη έγνοια: «Είσαι σίγουρη ότι είναι ο Δίας, παιδί μου; Πολλοί άντρες λένε ψέματα σε μια κοπέλα. Ζήτησέ του μια απόδειξη».
Ποια απόδειξη; Να έρθει μια φορά όπως πηγαίνει στην Ήρα. Με όλη του τη θεϊκή μορφή.
Η Σεμέλη το σκέφτηκε και της φάνηκε λογικό.
Την επόμενη φορά, ζήτησε από τον Δία μια χάρη — χωρίς να πει ποια. Και εκείνος, χαρούμενος, ορκίστηκε στα νερά της Στύγας ότι θα της τη δώσει.
Αυτός ο όρκος δεν λύνεται ούτε από τους θεούς.
Όταν άκουσε τι ζητούσε, ο Δίας προσπάθησε να την μεταπείσει. Της είπε τι θα γίνει. Εκείνη επέμεινε.
Ο Οβίδιος γράφει ότι ανέβηκε στον ουρανό λυπημένος και διάλεξε τους πιο μικρούς του κεραυνούς — αυτούς που κρατούσε για τα μικρά πράγματα. Δεν άλλαξε τίποτα.
Ένας θνητός δεν αντέχει να δει θεό. Η Σεμέλη κάηκε την ίδια στιγμή.
Μέσα της όμως υπήρχε ήδη ένα παιδί, έξι μηνών.
Ο Δίας πρόλαβε να το πάρει από τη στάχτη. Άνοιξε τον μηρό του, το έβαλε μέσα και τον έραψε. Το κράτησε εκεί τους υπόλοιπους τρεις μήνες.
Έτσι γεννήθηκε ο Διόνυσος. Τον έλεγαν «διθύραμβο», δηλαδή αυτόν που πέρασε δύο φορές από πόρτα: μία από τη μητέρα του και μία από τον πατέρα του.
Πολλά χρόνια αργότερα, όταν έγινε θεός, ο Διόνυσος κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο. Δεν πήγε για δόξα και δεν πήγε για δοκιμασία.
Πήγε να πάρει τη μητέρα του, που δεν τον είχε δει ποτέ.