Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Η Νιόβη
Η βασίλισσα που καυχήθηκε μπροστά σε μια θεά — και έγινε βράχος που δακρύζει.
Η Νιόβη καυχήθηκε για την ευτυχία και τα παιδιά της και πρόσβαλε τη Λητώ. Ο μύθος της μιλά για την αλαζονεία, αλλά και για μια τιμωρία τόσο σκληρή, ώστε ο πόνος της μητέρας έμεινε αξέχαστος.
Η Νιόβη, κόρη του Ταντάλου, ήταν βασίλισσα της Θήβας, γυναίκα του μουσικού βασιλιά Αμφίονα. Η τύχη τής είχε χαρίσει όσα μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος: πλούτο, ομορφιά, εξουσία και — πάνω απ' όλα — πολλά παιδιά, το καμάρι και το καύχημά της. Οι αρχαίες πηγές δεν συμφωνούν για τον αριθμό τους: ο Όμηρος μιλά για έξι γιους και έξι κόρες, ενώ ο Απολλόδωρος και ο Οβίδιος για επτά γιους και επτά κόρες.
Μια μέρα, οι γυναίκες της Θήβας ετοιμάζονταν να προσφέρουν θυσίες στη Λητώ, τη μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Η Νιόβη τις σταμάτησε με λόγια γεμάτα αλαζονεία: «Γιατί λατρεύετε μια θεά που δεν βλέπετε, ενώ εγώ στέκομαι μπροστά σας; Εκείνη γέννησε μόνο δύο παιδιά, ενώ εγώ έχω πολύ περισσότερα.» Στην εκδοχή του Οβιδίου, μάλιστα, καυχήθηκε πως, ακόμη κι αν έχανε κάποια, πάλι θα της έμεναν περισσότερα από της Λητώς. Ύστερα πρόσταξε τις γυναίκες να σταματήσουν τη λατρεία.
Τα λόγια αυτά έφτασαν στα αυτιά της Λητώς, που κάλεσε αμέσως τα δυο θεϊκά παιδιά της. Η οργή των θεών υπήρξε άμεση και ανελέητη. Ο Απόλλωνας σκότωσε τους γιους της Νιόβης και η Άρτεμη τις κόρες της. Ο Όμηρος λέει ότι πέθαναν και τα δώδεκα παιδιά. Στην αφήγηση του Οβιδίου, η Νιόβη παρακάλεσε να σωθεί τουλάχιστον η μικρότερη κόρη, αλλά δεν εισακούστηκε. Άλλες παραδόσεις, όμως, άφηναν ένα ή περισσότερα παιδιά ζωντανά.
Για τον Αμφίονα υπήρχαν επίσης διαφορετικές διηγήσεις: σε μία πέθανε από την απελπισία του, ενώ σε άλλη τον σκότωσε ο Απόλλωνας. Η Νιόβη έμεινε βυθισμένη στο πένθος. Ο Όμηρος τη φαντάζεται σαν πέτρα στο όρος Σίπυλο, να συλλογίζεται τη θλίψη της. Μεταγενέστεροι συγγραφείς αφηγήθηκαν πως μαρμάρωσε και συνέχισε να χύνει δάκρυα. Ο περιηγητής Παυσανίας έγραψε ότι από μακριά ο βράχος έμοιαζε με λυπημένη γυναίκα, ενώ από κοντά ήταν απλώς ένας βράχος.
Τον μύθο τον θυμάται και ο Όμηρος, σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της Ιλιάδας: ο Αχιλλέας τον διηγείται στον Πρίαμο, που θρηνεί τον νεκρό Έκτορα, και του προτείνει να φάει. Ακόμη και η Νιόβη, λέει, όταν έχασε όλα της τα παιδιά, θυμήθηκε κάποτε την τροφή. Δεν σημαίνει ότι ξέχασε τον πόνο της, αλλά ότι το σώμα χρειάζεται φροντίδα ακόμη και μέσα στο πιο βαθύ πένθος.
Έτσι η Νιόβη έγινε σύμβολο της περηφάνιας που ταπεινώνει τους άλλους, αλλά κυρίως του γονεϊκού πόνου που δεν στεγνώνει ποτέ. Η ιστορία δεν μας ζητά να θεωρήσουμε τον θάνατο των παιδιών δίκαιο· μας δείχνει πόσο τρομακτική φαντάζονταν οι αρχαίοι την οργή των θεών τους.