Μυθολογία · Επίπεδο Γ2
Ο Οιδίποδας στον Κολωνό
Ο εξόριστος που όλοι φοβούνταν έγινε, στο τέλος, προστάτης μιας πόλης.
Ο Σοφοκλής έγραψε αυτό το έργο γύρω στα ενενήντα του, στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Πέθανε πριν ανέβει. Το παρουσίασε ο εγγονός του, όταν η Αθήνα είχε ήδη ηττηθεί.
Ο Οιδίποδας είναι πια γέρος, τυφλός και ζητιάνος. Τον οδηγεί από τα χέρια η κόρη του η Αντιγόνη. Περπατούν χρόνια.
Φτάνουν κουρασμένοι σε ένα δάσος έξω από την Αθήνα και εκείνος κάθεται σε μια πέτρα.
Ένας περαστικός τους λέει αμέσως να σηκωθούν: το μέρος είναι άβατο, ιερό δάσος των Ευμενίδων — δηλαδή των Ερινυών, των φοβερών θεοτήτων της εκδίκησης.
Ο Οιδίποδας αρνείται να κουνηθεί.
Λέει ότι πριν από πολλά χρόνια ο Απόλλωνας του είχε πει πού θα τελειώσει: σε τόπο των σεμνών θεών. Και ότι κατάλαβε πως έφτασε.
Ο τόπος είναι ο Κολωνός — το χωριό όπου είχε γεννηθεί ο ίδιος ο Σοφοκλής.
Και εδώ, μέσα σε μια τραγωδία για έναν άνθρωπο που πεθαίνει, ο ποιητής σταματάει τα πάντα και βάζει τον χορό να τραγουδήσει για τη γειτονιά του: για τα άλογα, τα αηδόνια στον κισσό, τον νάρκισσο και τον κρόκο, το αμπέλι, την ελιά που κανείς εχθρός δεν κατάφερε να κάψει.
Είναι ένας γέρος που γράφει με αγάπη για τον τόπο του, ενώ ο πόλεμος έχει ταλαιπωρήσει βαθιά την Αττική.
Έρχεται ο Θησέας, ο βασιλιάς της Αθήνας.
Δεν ρωτάει ποιος είναι ούτε τι έκανε. Τον ξέρει. Και του λέει, με μια φράση που εξηγεί όλη τη στάση του, ότι κι εκείνος μεγάλωσε ξένος σε ξένη γη και ξέρει ότι είναι άνθρωπος και ότι το αύριο δεν του ανήκει περισσότερο απ' ό,τι σε αυτόν.
Ο Οιδίποδας του προσφέρει κάτι σε αντάλλαγμα: το ίδιο του το σώμα.
Ένας χρησμός λέει ότι ο τόπος όπου θα πεθάνει θα ωφελεί τη χώρα που θα τον δεχτεί και θα γίνει μελλοντικός κίνδυνος για τους Θηβαίους.
Και ακριβώς γι' αυτό αρχίζουν να καταφθάνουν οι Θηβαίοι.
Πρώτος ο Κρέοντας, με ευγενικά λόγια, που τον καλεί να γυρίσει πίσω. Όχι στην πόλη — δίπλα στην πόλη, στα σύνορα: αρκετά κοντά ώστε ο τάφος να μετράει, αρκετά μακριά ώστε να μη μολύνει.
Ο Οιδίποδας καταλαβαίνει τι του ζητούν και εκρήγνυται. Ο Κρέοντας τότε αρπάζει τις κόρες του για να τον εκβιάσει. Ο Θησέας επεμβαίνει και τις φέρνει πίσω.
Ύστερα έρχεται ο γιος του, ο Πολυνείκης, που ετοιμάζει τον πόλεμο εναντίον της Θήβας. Ζητάει την ευχή του πατέρα του, γιατί ένας ακόμα χρησμός λέει ότι θα νικήσει όποια πλευρά τον έχει.
Ο γέρος έχει κάτι να του πει, και είναι από τα σκληρότερα κείμενα του αρχαίου θεάτρου: ότι όταν εκείνος διωχνόταν από τη Θήβα, όταν τον έβγαζαν από την πόλη αβοήθητο, οι δύο γιοι του κάθονταν σε θρόνους και δεν σήκωσαν ούτε το δάχτυλο· ότι τον φρόντισαν μόνο οι κόρες του· και ότι τώρα δεν του ζητούν πατέρα, ζητούν φυλαχτό.
Και τον καταριέται: να πέσουν και οι δύο αδελφοί ο ένας από το χέρι του άλλου.
Ο Πολυνείκης φεύγει ξέροντας ότι πάει να πεθάνει, και το λέει καθαρά στην Αντιγόνη — αλλά ότι δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, γιατί θα ήταν ντροπή.
Τότε ακούγεται βροντή.
Ο Οιδίποδας αλλάζει αμέσως. Λέει ότι είναι το σημάδι και ότι πρέπει να πάει.
Και ξεκινάει να περπατάει.
Ο τυφλός γέρος που όλο το έργο τον κρατούσαν από το χέρι, τώρα προχωράει μπροστά και οδηγεί τους άλλους — τις κόρες του και τον Θησέα — χωρίς να τον στηρίζει κανείς.
Ο αγγελιοφόρος που το διηγείται δεν ξέρει τι ακριβώς έγινε.
Λέει ότι ο Οιδίποδας πλύθηκε, ντύθηκε καθαρά, αποχαιρέτησε τις κόρες του, και ύστερα τους ζήτησε να απομακρυνθούν. Μόνο ο Θησέας έμεινε.
Ακούστηκε μια φωνή που τον καλούσε με το όνομά του, και έλεγε: «Γιατί αργούμε;»
Όταν γύρισαν να κοιτάξουν, ο Οιδίποδας δεν ήταν πουθενά. Και ο βασιλιάς στεκόταν με το χέρι μπροστά στα μάτια, σαν να είχε αντικρίσει κάτι θαυμαστό και φοβερό.
Δεν υπήρξε σώμα και δεν υπήρξε τάφος με σημάδι. Το πού ακριβώς έγινε το ξέρει μόνο ο Θησέας, και το παραδίδει προφορικά, κάθε βασιλιάς στον επόμενο, χωρίς να το γράψει κανείς.
Το έργο δεν λέει ότι ο Οιδίποδας συγχωρέθηκε. Δεν το λέει ποτέ.
Αυτό που κάνει είναι πιο περίεργο. Ο άνθρωπος που οι άλλοι έδιωχναν ως μίασμα γίνεται, χωρίς να αλλάξει το παρελθόν του, προστασία για την πόλη που σεβάστηκε την παράκλησή του.
Το έργο παρουσιάστηκε μετά τον θάνατο του Σοφοκλή, όταν η Αθήνα είχε πια ηττηθεί. Μπορούμε να το διαβάσουμε και ως μια τελευταία σκέψη του ποιητή: μια πόλη κρίνεται από το πώς φέρεται στον αδύναμο ξένο που ζητά την προστασία της.