grecfacilegrecfacile
← वापस

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Η Νιόβη

Η βασίλισσα που καυχήθηκε μπροστά σε μια θεά — και έγινε βράχος που δακρύζει.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια λέξη για την υπερβολική περηφάνια που προκαλεί τους θεούς: ύβρις. Καμία ιστορία δεν τη δείχνει πιο σκληρά από τον μύθο της Νιόβης, της μητέρας που τα είχε όλα και καυχήθηκε γι' αυτά.

Η Νιόβη, κόρη του Ταντάλου, ήταν βασίλισσα της Θήβας, γυναίκα του μουσικού βασιλιά Αμφίονα. Η τύχη τής είχε χαρίσει όσα μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος: πλούτο, ομορφιά, εξουσία και — πάνω απ' όλα — δεκατέσσερα παιδιά, επτά γιους και επτά κόρες, το καμάρι και το καύχημά της. (Έτσι τα μετρά ο Οβίδιος· ο Όμηρος μιλά για έξι και έξι.)

Μια μέρα, οι γυναίκες της Θήβας ετοιμάζονταν να προσφέρουν θυσίες στη Λητώ, τη μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Η Νιόβη τις σταμάτησε με λόγια γεμάτα αλαζονεία: «Γιατί λατρεύετε μια θεά που δεν βλέπετε, ενώ εγώ στέκομαι μπροστά σας; Εκείνη γέννησε μόνο δύο παιδιά — εγώ έχω δεκατέσσερα. Η ευτυχία μου είναι τόσο μεγάλη, που ακόμη κι αν χάσω κάποια, πάλι περισσότερα θα έχω από εκείνην.» Και πρόσταξε να διαλυθεί η λατρεία.

Τα λόγια αυτά έφτασαν στα αυτιά της Λητώς, που κάλεσε αμέσως τα δυο θεϊκά παιδιά της. Η οργή των θεών υπήρξε άμεση και ανελέητη. Ο Απόλλωνας κατέβηκε αόρατος πάνω από την πεδιάδα όπου οι επτά γιοι της Νιόβης γύμναζαν τα άλογά τους, και τα αλάθευτα βέλη του τούς βρήκαν έναν έναν. Η Άρτεμη ανέλαβε τις κόρες: μέσα στο ίδιο το παλάτι, την ώρα που θρηνούσαν τα αδέλφια τους, έπεσαν κι εκείνες η μία μετά την άλλη. Μάταια η Νιόβη, συντετριμμένη πια, παρακάλεσε να της αφήσουν έστω τη μικρότερη· το τελευταίο βέλος είχε ήδη φύγει.

Ο Αμφίονας δεν άντεξε το βάρος της συμφοράς και έδωσε τέλος στη ζωή του. Η Νιόβη έμεινε ολομόναχη ανάμεσα στα άψυχα σώματα των παιδιών της. Λένε πως από τον πόνο μαρμάρωσε: το σώμα της έγινε πέτρα, μα τα μάτια της δεν σταμάτησαν να κλαίνε. Ένας δυνατός άνεμος σήκωσε τον βράχο και τον μετέφερε στην πατρίδα της, στο όρος Σίπυλο της Λυδίας. Εκεί έδειχναν οι αρχαίοι έναν βράχο με μορφή γυναίκας, από τον οποίο αναβλύζει αδιάκοπα νερό — τα αιώνια δάκρυα της Νιόβης.

Τον μύθο τον θυμάται και ο Όμηρος, σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της Ιλιάδας: ο Αχιλλέας τον διηγείται στον Πρίαμο, που θρηνεί τον νεκρό Έκτορα, για να τον πείσει ότι ακόμη και μέσα στο πιο βαθύ πένθος ο άνθρωπος πρέπει να φάει, να ζήσει, να συνεχίσει — αφού και η Νιόβη, που έχασε όλα της τα παιδιά, θυμήθηκε κάποτε το ψωμί.

Έτσι η Νιόβη έμεινε στη μνήμη των Ελλήνων διπλό σύμβολο: της μητρικής οδύνης που δεν στεγνώνει ποτέ, και της ύβρεως που κανείς θνητός δεν διαπράττει ατιμώρητα.