Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Η Κλυτία και ο ήλιος
Για εννιά μέρες κοιτούσε τον θεό του ήλιου να περνά στον ουρανό.
Η Κλυτία ήταν μια νύμφη. Αγαπούσε τον Ήλιο, τον θεό που έφερνε το φως.
Ο Ήλιος περνάει κάθε μέρα από τον ουρανό με το άρμα του.
Για ένα διάστημα ο Ήλιος αγαπούσε και εκείνος την Κλυτία.
Ύστερα όμως αγάπησε μια άλλη κοπέλα, τη Λευκοθόη, και άφησε την Κλυτία.
Η Κλυτία ζήλεψε. Αποκάλυψε στον πατέρα της Λευκοθόης ότι η κόρη του συναντούσε κρυφά τον θεό. Ο πατέρας θύμωσε και τιμώρησε πολύ σκληρά τη Λευκοθόη, που πέθανε.
Η πράξη αυτή δεν έφερε τον Ήλιο πίσω. Αντίθετα, εκείνος δεν ήθελε πια να βλέπει την Κλυτία.
Τότε εκείνη κάθισε στο χώμα.
Δεν έφαγε τίποτα. Δεν ήπιε τίποτα. Έπινε μόνο τη δροσιά της νύχτας και τα δάκρυά της.
Και κοιτούσε τον ουρανό.
Το πρωί κοιτούσε ανατολικά, εκεί που έβγαινε. Το βράδυ κοιτούσε δυτικά, εκεί που χανόταν.
Το κεφάλι της γύριζε αργά όλη μέρα και τον ακολουθούσε.
Εννιά μέρες και εννιά νύχτες.
Τα πόδια της μπήκαν μέσα στη γη και έγιναν ρίζες.
Το σώμα της έγινε πράσινο κοτσάνι.
Και το πρόσωπό της έγινε λουλούδι.
Ο Οβίδιος λέει ότι στη θέση του προσώπου της φάνηκε ένα λουλούδι με χρώμα σαν της βιολέτας.
Το λουλούδι έμενε ριζωμένο στη γη, αλλά συνέχιζε να κοιτάζει τον ήλιο.
Ήταν το ηλιοτρόπιο, δηλαδή «αυτό που στρέφεται προς τον ήλιο». Σε νεότερες εικόνες η Κλυτία γίνεται συχνά κίτρινος ηλίανθος. Ο Οβίδιος όμως δεν μιλούσε για αυτό το φυτό. Ο ηλίανθος ήρθε στην Ευρώπη από την Αμερική πολύ αργότερα.