grecfacilegrecfacile
← 返回

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Ο Φαέθων

Ο γιος του Ήλιου που ζήτησε το άρμα του πατέρα του — και έκαψε τον κόσμο.

Τον μύθο του Φαέθοντα είχε δραματοποιήσει ήδη ο Ευριπίδης σε ομώνυμη τραγωδία, από την οποία σώζονται μόνο αποσπάσματα· την πληρέστερη αφήγηση τη χρωστάμε στον Οβίδιο, που άνοιξε με αυτήν το δεύτερο βιβλίο των Μεταμορφώσεων — ίσως το λαμπρότερο κεφάλαιο ολόκληρου του έργου.

Ο Φαέθων — «ο λάμπων» — μεγάλωσε με τη μητέρα του, την Ωκεανίδα Κλυμένη, καυχώμενος ότι πατέρας του ήταν ο ίδιος ο Ήλιος. Όταν όμως ο συνομήλικός του Έπαφος, γιος του Διός και της Ιούς, τον χλεύασε — «πιστεύεις, ανόητε, τα παραμύθια της μάνας σου» — η αμφισβήτηση τον πλήγωσε βαθιά. Η Κλυμένη ορκίστηκε στο φως του ίδιου του άστρου ότι έλεγε την αλήθεια και τον προέτρεψε να το εξακριβώσει μόνος: το παλάτι της Ανατολής δεν ήταν μακριά. Ο νέος διέσχισε τη γη των Ινδών και έφτασε στα δώματα του Ήλιου, που υψώνονταν σε αστραφτερές κολόνες, λαμπρά από χρυσάφι και πυρωμένο ορείχαλκο.

Ο θεός, καθισμένος σε θρόνο από σμαράγδια ανάμεσα στις Ώρες, τις Ημέρες και τους Μήνες, υποδέχθηκε τον γιο του με στοργή. «Είσαι τέκνο μου», τον βεβαίωσε, «και για να μην αμφιβάλλεις, ζήτησέ μου όποια χάρη θέλεις· μάρτυς μου η Στύγα». Ήταν όρκος αμετάκλητος — οι θεοί δεν μπορούν να πάρουν πίσω ό,τι ορκίζονται στα νερά της. Και ο Φαέθων ζήτησε το ένα πράγμα που δεν έπρεπε: να οδηγήσει για μία ημέρα το φτερωτό άρμα του πατέρα του.

Ο Ήλιος μετάνιωσε ευθύς. Τρεις και τέσσερις φορές κούνησε το λαμπερό κεφάλι του: «Ζήτησες πράγμα αθάνατο από μοίρα θνητή. Ούτε οι ίδιοι οι θεοί δεν κρατούν αυτά τα χαλινάρια — ούτε ο Δίας, που εξακοντίζει τους κεραυνούς. Ο δρόμος ανηφορίζει απότομα την αυγή, περνά ιλιγγιωδώς ψηλά το μεσημέρι, και κατηφορίζει τόσο απόκρημνα το δείλι, που κι η Τηθύς από κάτω φοβάται μη γκρεμιστώ. Άλλαξε ευχή, όσο ακόμη προλαβαίνεις». Μάταια· ο νέος ενέμενε, και ο όρκος δέσμευε. Ο πατέρας άλειψε το πρόσωπό του με ιερή αλοιφή για να αντέχει τη φλόγα, του φόρεσε τις ακτίνες και του έδωσε τις τελευταίες οδηγίες: «Μη χρησιμοποιείς το μαστίγιο, κράτα γερά τα ηνία· και μείνε στη μέση οδό — η μέση οδός είναι η ασφαλέστερη».

Τα τέσσερα άλογα — ο Πυρόεις, ο Ηώος, ο Αίθων και ο Φλέγων — όρμησαν στον αιθέρα και κατάλαβαν αμέσως ότι το φορτίο ήταν αλαφρύτερο από το συνηθισμένο. Το άρμα κλυδωνιζόταν σαν καράβι χωρίς έρμα· ο ηνίοχος δεν ήξερε ούτε τον δρόμο ούτε τα ονόματα των αλόγων, και όταν αντίκρισε από τα ύψη τα ζώδια — τον Σκορπιό να τεντώνει τα δρεπανωτά του νύχια — παρέλυσε από τρόμο και άφησε τα ηνία. Αχαλίνωτα τα άλογα ξεχύθηκαν όπου τα πήγαινε η ορμή: ψηλά, καίγοντας τον ουρανό — έτσι, έλεγαν, χαράχτηκε ο Γαλαξίας — και ύστερα χαμηλά, ξυρίζοντας τη γη. Οι κορυφές φλέγονταν, ο Άθως, η Αίτνα, η Ίδη, ο Παρνασσός και ο Όλυμπος· οι ποταμοί εξατμίζονταν, η Λιβύη έγινε τότε, λέει ο μύθος, έρημος, και οι λαοί της Αιθιοπίας απέκτησαν το σκούρο τους δέρμα. Η ίδια η Γη, μισοπνιγμένη στον καπνό, ύψωσε τη φωνή της στον Δία: «Αν πρέπει να χαθώ από φωτιά, ας χαθώ τουλάχιστον από τη δική σου».

Ο πατέρας των θεών δεν είχε ενδοιασμούς: εκσφενδόνισε τον κεραυνό και γκρέμισε τον ηνίοχο από το άρμα — φωτιά έσβησε τη φωτιά. Ο Φαέθων έπεσε φλεγόμενος, σαν διάττων αστέρας, στον μακρινό Ηριδανό ποταμό. Οι Νύμφες τον έθαψαν και χάραξαν στην πέτρα ένα επιτύμβιο που συμπυκνώνει όλη την αμφισημία του μύθου: «Εδώ κείται ο Φαέθων, ηνίοχος του πατρικού άρματος· κι αν δεν το κράτησε, όμως έπεσε τολμώντας μεγάλα». Οι αδελφές του, οι Ηλιάδες, τον θρήνησαν στις όχθες ώσπου ρίζωσαν και έγιναν λεύκες· τα δάκρυά τους στάζουν ακόμη ως ήλεκτρο, το κεχριμπάρι που κυλά στα νερά. Και ο πιστός του φίλος Κύκνος, από το πένθος, μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πουλί, που αποφεύγει έκτοτε τον ουρανό και τη φωτιά, ζώντας στα νερά.

Για τους αρχαίους ο Φαέθων έγινε το κατ᾿ εξοχήν παράδειγμα της νεανικής απερισκεψίας και της ύβρεως: του θνητού που ζητά όσα δεν του αναλογούν. Το δελφικό «μηδέν άγαν» και η «μέση οδός» του Ήλιου λένε το ίδιο πράγμα. Ο Οβίδιος όμως, με το επιτύμβιό του, αφήνει και μια δεύτερη ανάγνωση να τρεμοφέγγει: υπάρχουν πτώσεις που είναι σχεδόν δόξα — «magnis tamen excidit ausis», έπεσε, αλλά τολμώντας μεγάλα.