grecfacilegrecfacile
← Geri

Μυθολογία · Επίπεδο Β2

Η Ήρα και η Ηχώ

Πώς μια φλύαρη νύμφη έχασε τη φωνή της — και έμεινε στον κόσμο μόνο ο αντίλαλός της.

Όταν φωνάζεις σε ένα βουνό ή σε μια σπηλιά, κάτι σου απαντά με τα δικά σου λόγια. Οι αρχαίοι έδωσαν σε αυτό το φαινόμενο όνομα και ιστορία: είναι η Ηχώ, μια νύμφη που τιμωρήθηκε από την Ήρα. Τον μύθο τον διηγείται ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις».

Η Ηχώ ήταν μια όμορφη νύμφη των βουνών, με ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: ήταν απίστευτα φλύαρη. Μιλούσε γοητευτικά, ατελείωτα, και πάντα ήθελε να έχει την τελευταία λέξη. Αυτό ακριβώς το χάρισμά της έμελλε να γίνει η καταστροφή της.

Ο Δίας, λέει ο μύθος, συνήθιζε να ξεφεύγει από την Ήρα για να συναντά κρυφά τις νύμφες στα βουνά. Κι όποτε η ζηλιάρα θεά κατέβαινε από τον Όλυμπο για να τον πιάσει επ' αυτοφώρω, η Ηχώ αναλάμβανε να την καθυστερεί: τη σταματούσε στον δρόμο και της έπιανε την κουβέντα με ιστορίες δίχως τέλος, ώσπου οι νύμφες να προλάβουν να σκορπίσουν. Για ένα διάστημα το κόλπο δούλευε — μα οι θεοί δύσκολα εξαπατώνται για πάντα.

Όταν η Ήρα κατάλαβε ποιον ρόλο έπαιζε η φλύαρη νύμφη, η οργή της έπεσε πάνω της ολόκληρη. «Αυτή η γλώσσα που με κορόιδεψε», είπε, «δεν θα σου χρησιμεύει πια παρά ελάχιστα.» Και η τιμωρία ταίριαξε τέλεια με το παράπτωμα: από εκείνη τη στιγμή η Ηχώ δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει πρώτη ούτε να μείνει σιωπηλή όταν μιλούσαν άλλοι — μπορούσε μονάχα να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις που άκουγε.

Λίγο αργότερα η Ηχώ αντίκρισε στο δάσος τον Νάρκισσο, έναν νέο τόσο όμορφο που τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Τον ακολουθούσε παντού κρυμμένη, φλεγόμενη από αγάπη, ανίκανη όμως να του πρωτομιλήσει. Κάποτε ο Νάρκισσος, που είχε χαθεί από τους συντρόφους του, φώναξε: «Είναι κανείς εδώ;» — «Εδώ!» απάντησε εκείνη. «Έλα!» φώναξε ο νέος· «Έλα!» αποκρίθηκε η φωνή. Όταν τέλος εκείνος είπε «Ας ενωθούμε», η Ηχώ όρμησε από την κρυψώνα της με ανοιχτή αγκαλιά, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του με όλη της την καρδιά. Ο Νάρκισσος όμως τραβήχτηκε με περιφρόνηση: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να γίνω δικός σου.»

Ταπεινωμένη, η Ηχώ κρύφτηκε στα δάση και στις σπηλιές. Από τη ντροπή και τον καημό άρχισε να μαραζώνει: το κορμί της αδυνάτισε ώσπου εξαφανίστηκε, τα κόκαλά της, λένε, έγιναν πέτρες, και απέμεινε μόνο η φωνή της. Από τότε ζει αόρατη σε βουνά και φαράγγια και απαντά σε όποιον φωνάξει — πάντα με τα δικά του λόγια.

Όσο για τον σκληρόκαρδο Νάρκισσο, η θεία δικαιοσύνη δεν άργησε: η Νέμεση τον έκανε να ερωτευτεί το ίδιο του το είδωλο σε μια πηγή, και έλιωσε κι εκείνος από έναν έρωτα αδύνατο — όπως ακριβώς η νύμφη που είχε περιφρονήσει. Στη θέση του φύτρωσε το λουλούδι που φέρει ως σήμερα το όνομά του.