Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Ο Ηρακλής και ο Ανταίος
Όσο πιο δυνατά τον έριχνε κάτω, τόσο πιο δυνατός γινόταν.
Στη Λιβύη ζούσε ένας γίγαντας. Το όνομά του ήταν Ανταίος. Ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Γης.
Ο Ανταίος σταματούσε κάθε ταξιδιώτη που περνούσε. «Θα παλέψεις μαζί μου», έλεγε. Κανείς δεν κέρδισε ποτέ.
Μια μέρα πέρασε από εκεί ο Ηρακλής.
Άρχισαν να παλεύουν. Ο Ηρακλής ήταν πολύ δυνατός. Σήκωσε τον γίγαντα και τον πέταξε στο χώμα.
Αλλά ο Ανταίος σηκώθηκε αμέσως — και ήταν πιο δυνατός από πριν.
Ο Ηρακλής τον έριξε πάλι κάτω, πιο δυνατά. Ο Ανταίος σηκώθηκε ακόμα πιο δυνατός.
Ξανά και ξανά. Ο Ηρακλής κουραζόταν. Ο γίγαντας δυνάμωνε.
Τότε ο Ηρακλής σταμάτησε και σκέφτηκε. Κοίταξε προσεκτικά. Και είδε: κάθε φορά που ο Ανταίος άγγιζε το χώμα, έπαιρνε δύναμη. Η μητέρα του ήταν η Γη. Όσο τη άγγιζε, δεν έχανε ποτέ.
Ο Ηρακλής άλλαξε τακτική. Τον αγκάλιασε, τον σήκωσε ψηλά στον αέρα — και δεν τον άφησε να κατέβει.
Ο Ανταίος χτυπιόταν, αλλά τα πόδια του δεν έβρισκαν τίποτα. Σιγά σιγά η δύναμή του έφευγε. Έτσι τελείωσε ο αγώνας.
Οι Έλληνες έλεγαν αυτή την ιστορία όταν ήθελαν να πουν κάτι απλό: για να νικήσεις κάποιον, πρέπει πρώτα να καταλάβεις από πού παίρνει τη δύναμή του.