Μυθολογία · Επίπεδο Β2
Ο Θησέας και ο Πειρίθους στον Άδη
Η φιλία τους ξεκίνησε με μια δοκιμασία και τους οδήγησε σε μια πέτρινη παγίδα.
Ο Πειρίθους, βασιλιάς των Λαπιθών, άκουγε συνέχεια για τη δύναμη του Θησέα και θέλησε να τη δοκιμάσει. Έκλεψε λοιπόν τα κοπάδια του από τον Μαραθώνα, επίτηδες, για να τον κάνει να έρθει.
Ο Θησέας ήρθε. Οι δύο στάθηκαν αντικριστά, οπλισμένοι — και μετά, γράφει ο Πλούταρχος, κοιτάχτηκαν και δεν χτύπησαν. Ο Πειρίθους άπλωσε το χέρι και είπε ότι θα δεχτεί όποια τιμωρία ορίσει ο Θησέας για την κλοπή. Ο Θησέας του είπε να του γίνει φίλος.
Έμειναν αχώριστοι για χρόνια. Στον γάμο του Πειρίθου, όταν οι μεθυσμένοι Κένταυροι επιτέθηκαν στη νύφη και στις άλλες γυναίκες, ο Θησέας πολέμησε στο πλευρό του. Η σύγκρουση Λαπιθών και Κενταύρων ονομάστηκε Κενταυρομαχία και έγινε θέμα πολλών αρχαίων έργων τέχνης, ακόμη και στις μετόπες του Παρθενώνα.
Όταν και οι δύο είχαν χάσει τις γυναίκες τους, έκαναν μια ασεβή συμφωνία: ο καθένας θα βοηθούσε τον άλλον να παντρευτεί μια κόρη του Δία.
Πρώτα απήγαγαν την Ελένη από τη Σπάρτη. Ήταν ακόμη παιδί: ο Διόδωρος γράφει ότι ήταν δέκα ετών, ενώ ο Απολλόδωρος δώδεκα. Έριξαν κλήρο, την κράτησε ο Θησέας και την έκρυψε στις Αφίδνες μαζί με τη μητέρα του, την Αίθρα. Η πράξη τους ήταν άδικη και επικίνδυνη για το παιδί, ακόμη κι αν οι ίδιοι τη θεωρούσαν μέρος της συμφωνίας.
Μετά ήρθε η σειρά του Πειρίθου. Και εκείνος είπε το όνομα: την Περσεφόνη.
Ο Θησέας κατάλαβε πολύ καλά πόσο άδικο και επικίνδυνο ήταν αυτό. Είχε όμως δώσει τον λόγο του και ακολούθησε τον φίλο του. Έτσι κατέβηκαν και οι δύο ζωντανοί στον Κάτω Κόσμο.
Ο Άδης τους δέχτηκε με τρόπο ήρεμο, σχεδόν φιλικό. Ήξερε ακριβώς γιατί ήρθαν. Τους κάλεσε να καθίσουν και να ξεκουραστούν πρώτα από το ταξίδι.
Κάθισαν. Και δεν μπόρεσαν να σηκωθούν ποτέ.
Στην εκδοχή του Απολλόδωρου ήταν η Καρέκλα της Λήθης: τα σώματά τους κόλλησαν πάνω στα καθίσματα και φίδια τυλίχτηκαν γύρω τους. Έμειναν εκεί για χρόνια, ακίνητοι, δίπλα δίπλα. Άλλες πηγές περιγράφουν την παγίδα διαφορετικά.
Πολύ αργότερα πέρασε ο Ηρακλής, στον τελευταίο του άθλο, για τον Κέρβερο. Τους αναγνώρισε και κατάφερε να ελευθερώσει τον Θησέα. Σε μια μεταγενέστερη χιουμοριστική εξήγηση, η δύσκολη αποκόλλησή του από την πέτρα συνδέθηκε με την εμφάνιση των Αθηναίων. Αυτό είναι μυθολογικό αστείο, όχι ιστορική πληροφορία.
Μετά έπιασε τον Πειρίθου. Η γη σείστηκε, και ο Ηρακλής άφησε. Ο Πειρίθους έμεινε στον Άδη. Η αφήγηση παρουσιάζει τη βαρύτερη τιμωρία του ως συνέπεια της απόπειράς του να αρπάξει την Περσεφόνη.
Ο Θησέας γύρισε στην Αθήνα και βρήκε την πόλη του σε άλλα χέρια. Αργότερα έφυγε εξόριστος στη Σκύρο, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, πέθανε.
Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί ως προειδοποίηση για τα όρια της φιλίας. Ο Θησέας διαφωνούσε με το σχέδιο, αλλά ακολούθησε τον φίλο του επειδή είχε υποσχεθεί να τον βοηθήσει. Η πίστη στον λόγο του δεν έκανε σωστή μια άδικη πράξη· τον έκανε συνένοχο και τον οδήγησε στην ίδια παγίδα.









