Μυθολογία · Επίπεδο Β1
Ο Άμυκος και ο Πολυδεύκης
Ένας γίγαντας που κέρδιζε με δύναμη συνάντησε κάποιον που ήξερε τεχνική.
Η Αργώ σταμάτησε στη χώρα των Βεβρύκων, στη Μικρά Ασία. Εκεί εμφανίστηκε ο βασιλιάς τους: ο Άμυκος, γιος του Ποσειδώνα και της νύμφης Μελίας, τεράστιος και αλαζόνας.
Δεν τους καλωσόρισε και δεν τους ρώτησε ποιοι είναι.
Είχε έναν μόνο νόμο στη χώρα του: κανένας ξένος δεν φεύγει αν δεν πυγμαχήσει μαζί του. Είχε ήδη σκοτώσει πολλούς ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο.
Τους διέταξε να διαλέξουν τον καλύτερο πυγμάχο τους. Οι δύο αντίπαλοι φόρεσαν ιμάντες — τα δερμάτινα λουριά που έδεναν τότε στα χέρια αντί για γάντια.
Σηκώθηκε ο Πολυδεύκης, ο ένας από τους Διόσκουρους και έμπειρος πυγμάχος.
Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος περιγράφει τη μονομαχία σαν αναμέτρηση δύο διαφορετικών πραγμάτων. Ο Άμυκος ορμούσε όπως ένα κύμα χτυπά καράβι και προσπαθούσε να νικήσει με το βάρος και τη δύναμή του.
Ο Πολυδεύκης χρησιμοποιούσε την εμπειρία και την άμυνά του. Παρατηρούσε προσεκτικά σε ποια σημεία ο αντίπαλός του ήταν ισχυρός και σε ποια ήταν ευάλωτος.
Έπειτα από πολλά χτυπήματα, και οι δύο απομακρύνθηκαν για λίγο, λαχανιασμένοι και γεμάτοι ιδρώτα. Ύστερα όρμησαν ξανά ο ένας στον άλλον.
Ο Άμυκος σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και κατέβασε με δύναμη τη γροθιά του. Ο Πολυδεύκης απέφυγε το χτύπημα και τον χτύπησε πάνω από το αυτί.
Ο Άμυκος έπεσε νεκρός. Οι Βέβρυκες όρμησαν με ρόπαλα και δόρατα, αλλά οι Αργοναύτες πολέμησαν μαζί και τελικά τους έτρεψαν σε φυγή.
Στην αφήγηση του Απολλώνιου, η μονομαχία αντιπαραθέτει την ανεξέλεγκτη δύναμη με την τεχνική. Ο Πολυδεύκης νικά επειδή παρατηρεί, αμύνεται και διαλέγει την κατάλληλη στιγμή για το αποφασιστικό χτύπημα.
Ο Θεόκριτος γράφει το ίδιο επεισόδιο σε άλλο ύφος, και εκεί ο Πολυδεύκης δεν σκοτώνει τον Άμυκο: τον νικά και τον βάζει να ορκιστεί ότι δεν θα ξαναπειράξει ξένο.