Μυθολογία · Επίπεδο Α2
Ο Κυπάρισσος
Ζήτησε από τον θεό να τον αφήσει να πενθεί για πάντα. Ο θεός δέχτηκε.
Στο νησί Κέα ζούσε ένα ελάφι που το ήξεραν όλοι. Ήταν ιερό στις νύμφες. Τα κέρατά του γυάλιζαν σαν χρυσάφι και στον λαιμό του φορούσε ένα περιδέραιο από ασήμι.
Ήταν εντελώς ήμερο. Πήγαινε μόνο του στα σπίτια, έτρωγε από τα χέρια των ανθρώπων και άφηνε τα παιδιά να το χαϊδεύουν.
Το αγαπούσε περισσότερο από όλους ένα αγόρι, ο Κυπάρισσος, που ήταν αγαπητός στον Απόλλωνα. Το αγόρι στόλιζε τα κέρατα του ελαφιού με λουλούδια, ανέβαινε στην πλάτη του και το οδηγούσε με μια πορφυρή κορδέλα.
Ένα μεσημέρι του καλοκαιριού, με τρομερή ζέστη, το ελάφι ξάπλωσε στη σκιά ενός θάμνου και κοιμήθηκε.
Χωρίς να το καταλάβει, ο Κυπάρισσος πέταξε το ακόντιό του προς το μέρος όπου ξεκουραζόταν το ελάφι.
Πλησίασε και είδε τι είχε χτυπήσει.
Το χτύπημα ήταν μοιραίο. Ο Οβίδιος γράφει ότι το αγόρι ένιωσε απέραντη λύπη και ζήτησε από τους θεούς μία χάρη: να μη σταματήσει ποτέ να πενθεί.
Ο Απόλλωνας προσπάθησε να τον παρηγορήσει και τον συμβούλεψε να μην αφήσει τη λύπη να τον νικήσει. Ο Κυπάρισσος, όμως, συνέχισε να κλαίει.
Στο τέλος το σώμα του άρχισε να αλλάζει. Τα μέλη του έγιναν πράσινα και τα μαλλιά του, που έπεφταν στο μέτωπό του, σηκώθηκαν ψηλά και έγιναν μυτερή κορυφή.
Έγινε δέντρο: το κυπαρίσσι, ίσιο και σκούρο, που δείχνει πάντα προς τα πάνω.
Ο Απόλλων στάθηκε από πάνω του και είπε: «Εγώ θα σε πενθώ, εσύ θα πενθείς τους άλλους, και θα στέκεσαι πάντα δίπλα σε όσους θρηνούν».
Ήδη από την αρχαιότητα το κυπαρίσσι συνδέθηκε με το πένθος. Ακόμη και σήμερα συναντάμε συχνά κυπαρίσσια σε ελληνικά νεκροταφεία.