Μυθολογία · Επίπεδο Α1
Ο Τιτυός
Ένας τεράστιος γίγαντας τιμωρείται για πάντα στον Κάτω Κόσμο.
Ο Τιτυός ήταν γίγαντας. Ο Απολλόδωρος τον λέει γιο του Δία και της Ελάρας, ενώ ο Όμηρος τον ονομάζει γιο της Γης.
Ζούσε στη Φωκίδα, κοντά στους Δελφούς.
Μια μέρα πέρασε από εκεί η Λητώ, η μητέρα του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Πήγαινε στο μαντείο.
Ο Τιτυός την είδε και προσπάθησε να της επιτεθεί χωρίς τη θέλησή της.
Η Λητώ φώναξε τα παιδιά της.
Ήρθαν και οι δύο με τα τόξα τους. Ο Απόλλωνας και η Άρτεμη τον σκότωσαν εκεί.
Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει με τον θάνατο.
Στον Κάτω Κόσμο, ο Τιτυός δεν κάθεται και δεν περπατάει. Είναι ξαπλωμένος στο χώμα.
Ο Όμηρος λέει ότι το σώμα του πιάνει τόσο τόπο όσο ένα μεγάλο χωράφι.
Δίπλα του κάθονται δύο γύπες και τον βασανίζουν χτυπώντας το συκώτι του. Ο Τιτυός προσπαθεί να τους διώξει, αλλά δεν μπορεί. Ο Όμηρος δεν λέει ότι το συκώτι του ξαναγίνεται κάθε νύχτα· αυτή η λεπτομέρεια ανήκει σε μεταγενέστερες διηγήσεις.
Ο Οδυσσέας τον βλέπει, όταν κατεβαίνει στους νεκρούς. Δεν του μιλάει. Απλώς κοιτάζει και προχωράει.
Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας βλέπει στη σειρά τρεις γνωστές τιμωρίες στον Κάτω Κόσμο: του Τιτυού, του Τάνταλου και του Σίσυφου.
Οι τιμωρίες είναι διαφορετικές, αλλά έχουν κάτι κοινό: δεν τελειώνουν ποτέ.





