grecfacilegrecfacile
← Назад

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Τριπτόλεμος και το σιτάρι

Η Δήμητρα δεν αντάμειψε τον βασιλιά. Αντάμειψε την οικογένεια που της άνοιξε την πόρτα.

Όταν ο Άδης άρπαξε την Περσεφόνη, η Δήμητρα την έψαξε εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς να φάει και χωρίς να κοιμηθεί. Την δέκατη, εξαντλημένη, πήρε τη μορφή μιας ηλικιωμένης γυναίκας και κάθισε σε ένα πηγάδι στην Ελευσίνα.

Δεν είπε σε κανέναν ποια ήταν.

Την βρήκαν εκεί οι κόρες του βασιλιά Κελεού, που είχαν κατέβει για νερό. Είδαν μια ξένη γριά, μόνη και προφανώς πεινασμένη. Την πήραν σπίτι.

Η μητέρα τους, η Μετάνειρα, της πρόσφερε καθισμα και φαγητό. Η θεά δεν χαμογελούσε και δεν έτρωγε. Τότε μια υπηρέτρια, η Ιάμβη, άρχισε να λέει αστεία — χοντρά, λαϊκά αστεία — μέχρι που η ξένη γέλασε για πρώτη φορά και δέχτηκε να πιει.

Της έδωσαν δουλειά: να προσέχει το μωρό της οικογένειας, τον Δημοφώντα.

Η Δήμητρα αγάπησε το παιδί και αποφάσισε να του κάνει το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε. Κάθε νύχτα, κρυφά, το άλειφε με αμβροσία και το κρατούσε μέσα στη φωτιά, για να κάψει ό,τι ήταν θνητό πάνω του.

Μια νύχτα η Μετάνειρα ξύπνησε και είδε το μωρό της στα κάρβουνα. Ούρλιαξε.

Η θεά τράβηξε το παιδί έξω και σηκώθηκε στο ύψος της. Το δωμάτιο γέμισε φως. «Δεν ξέρετε τι κάνετε», είπε. «Θα τον έκανα αθάνατο. Τώρα θα πεθάνει όπως όλοι». Και φανέρωσε ποια ήταν.

Θα μπορούσε να τους καταστρέψει. Δεν το έκανε. Ζήτησε να της χτίσουν ναό, και έμεινε μέσα του, θρηνώντας — και όσο θρηνούσε, τίποτα δεν φύτρωνε πάνω στη γη. Ο κόσμος πήγαινε προς την πείνα, μέχρι που ο Δίας αναγκάστηκε να φέρει την Περσεφόνη πίσω.

Όταν επέστρεψε η κόρη της, η Δήμητρα έκανε τη γη να ανθίσει ξανά μέσα σε μια μέρα. Και πριν φύγει από την Ελευσίνα, κάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του Κελεού, τον Τριπτόλεμο.

Του έδωσε σπόρους σιταριού και του έμαθε τα πάντα: πότε να οργώνει, πότε να σπέρνει, πότε να θερίζει. Του χάρισε ένα φτερωτό άρμα που το έσερναν δράκοντες και τον έστειλε να διδάξει τη γεωργία σε ολόκληρη τη γη.

Ο Τριπτόλεμος ταξίδεψε παντού. Οι Αθηναίοι έλεγαν ότι πριν από αυτόν οι άνθρωποι έτρωγαν ό,τι έβρισκαν, και ότι μαζί με το σιτάρι ήρθαν οι πόλεις, οι νόμοι και το τέλος της περιπλάνησης.

Στην Ελευσίνα ιδρύθηκαν τα Ελευσίνια Μυστήρια, που κράτησαν σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια. Ήταν ανοιχτά σε όλους — άντρες, γυναίκες, ξένους, ακόμα και δούλους — με έναν μόνο όρο: να μην αποκαλύψει κανείς τι είδε μέσα. Δεκάδες χιλιάδες μυήθηκαν στους αιώνες, και δεν το είπε ποτέ κανένας.

Δεν ξέρουμε ακόμα τι γινόταν εκεί.