grecfacilegrecfacile
← Voltar

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Ο Περσέας και η Ανδρομέδα

Μια μητέρα καυχήθηκε. Την τιμωρία την πλήρωσε η κόρη της.

Ο Περσέας γύριζε από την Αφρική κρατώντας το κεφάλι της Μέδουσας σε έναν σάκο. Πετούσε με τα φτερωτά σανδάλια του Ερμή, και κάτω από αυτόν περνούσαν οι ακτές της Αιθιοπίας.

Είδε κάτι που δεν ταίριαζε: μια κοπέλα δεμένη με αλυσίδες σε έναν βράχο μέσα στη θάλασσα. Στην αρχή τη νόμισε άγαλμα. Μετά είδε τον αέρα να κουνάει τα μαλλιά της και δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό της.

Κατέβηκε και ρώτησε. Το όνομά της ήταν Ανδρομέδα, κόρη του βασιλιά Κηφέα και της βασίλισσας Κασσιόπης.

Η μητέρα της είχε πει δημόσια ότι είναι ομορφότερη από τις Νηρηίδες, τις κόρες της θάλασσας. Εκείνες παραπονέθηκαν στον Ποσειδώνα. Ο θεός έστειλε πλημμύρα και μαζί ένα κήτος που κατάπινε κοπάδια, καράβια και ανθρώπους στις ακτές.

Ο βασιλιάς ρώτησε το μαντείο. Η απάντηση ήταν μία: να δέσουν την κόρη τους στον βράχο και να την αφήσουν στο τέρας.

Την έδεσαν οι δικοί της άνθρωποι. Η μητέρα που είχε μιλήσει στεκόταν στην ακτή και κοιτούσε.

Ο Περσέας πήγε στους γονείς και έθεσε τον όρο του καθαρά: θα σκότωνε το τέρας, αν του έδιναν την Ανδρομέδα για γυναίκα. Συμφώνησαν αμέσως — δεν είχαν και πολλά να χάσουν.

Το κήτος ήρθε σκίζοντας το νερό. Ο Περσέας δεν χρησιμοποίησε το κεφάλι της Μέδουσας· θα πέτρωνε και την κοπέλα. Πέταξε ψηλά, άφησε τη σκιά του να πέσει στο νερό, και το τέρας όρμησε στη σκιά. Τότε κατέβηκε από πάνω και το χτύπησε με το δρεπάνι στον αυχένα.

Έλυσε τις αλυσίδες. Οι αρχαίοι πρόσεχαν αυτή τη λεπτομέρεια: το πρώτο πράγμα που ζήτησε ο Περσέας μετά τη μάχη ήταν νερό να πλύνει τα χέρια του, και ακούμπησε το κεφάλι της Μέδουσας πάνω σε φύκια, που σκλήρυναν αμέσως — έτσι, λένε, γεννήθηκαν τα κοράλλια.

Στον γάμο εμφανίστηκε ο Φινέας, αδελφός του βασιλιά, που ήταν αρραβωνιασμένος με την Ανδρομέδα πριν από όλα αυτά. Ήρθε με οπλισμένους άντρες να τη διεκδικήσει. Δεν είχε φανεί όσο εκείνη ήταν δεμένη στον βράχο. Ο Περσέας τον ρώτησε πού ήταν τότε — και μετά έβγαλε το κεφάλι από τον σάκο.

Στο τέλος τους έβαλαν όλους στον ουρανό: τον Περσέα, την Ανδρομέδα, τον Κηφέα, το Κήτος. Και την Κασσιόπη, καθισμένη στον θρόνο της — αλλά τοποθετημένη έτσι ώστε τον μισό χρόνο να γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω. Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι αυτό ταίριαζε: η μόνη που δεν πλήρωσε τίποτα τη στιγμή που έπρεπε, πληρώνει αιώνια μπροστά σε όλους.