grecfacilegrecfacile
← Voltar

Μυθολογία · Επίπεδο Β1

Η Κίρκη και οι σύντροφοι του Οδυσσέα

Ένα μαγικό ποτό που δείχνει στον καθένα τι πραγματικά είναι.

Μετά από μέρες στη θάλασσα, το καράβι του Οδυσσέα έφτασε σε ένα πράσινο νησί, την Αιαία. Οι άντρες ήταν κουρασμένοι και πεινασμένοι. Στη μέση του δάσους έβγαινε καπνός από ένα σπίτι. Εκεί ζούσε η μάγισσα Κίρκη.

Ο Οδυσσέας χώρισε τους άντρες σε δύο ομάδες. Η μία ξεκίνησε για το σπίτι, με αρχηγό τον Ευρύλοχο. Καθώς πλησίαζαν, είδαν κάτι παράξενο: λιοντάρια και λύκοι περπατούσαν γύρω από την πόρτα, αλλά δεν επιτέθηκαν. Πλησίασαν τους ναύτες ήσυχα, σαν σκυλιά που ζητούν χάδι. Οι άντρες δεν κατάλαβαν τι έβλεπαν.

Η Κίρκη τους δέχτηκε με χαμόγελο. Τους έβαλε να καθίσουν και τους έδωσε τυρί, μέλι και κρασί. Μέσα στο κρασί όμως είχε ρίξει ένα φίλτρο. Οι άντρες ήπιαν με βιασύνη, χωρίς να ρωτήσουν τίποτα. Τότε η Κίρκη τους άγγιξε με το ραβδί της.

Αμέσως το σώμα τους άλλαξε: έγιναν γουρούνια. Η μάγισσα τους έκλεισε στη μάντρα και τους έριξε βελανίδια να φάνε.

Το πιο σκληρό δεν ήταν το σώμα τους. Ήταν ότι το μυαλό τους έμεινε ανθρώπινο. Καταλάβαιναν τα πάντα. Θυμόντουσαν τα ονόματά τους, τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους — και δεν μπορούσαν να πουν λέξη.

Ο Ευρύλοχος, που είχε μείνει έξω και παρακολουθούσε, έτρεξε στο καράβι και τα είπε όλα. Ο Οδυσσέας πήρε το σπαθί του και ξεκίνησε μόνος. Στον δρόμο τον συνάντησε ο Ερμής.

«Δεν θα τη νικήσεις με το σπαθί», του είπε ο θεός. «Πάρε αυτό». Του έδωσε ένα φυτό με μαύρη ρίζα και άσπρο λουλούδι: το μώλυ. «Όσο το κρατάς, το φίλτρο της δεν πιάνει επάνω σου. Θα πιεις και δεν θα αλλάξεις».

Έτσι κι έγινε. Ο Οδυσσέας ήπιε το κρασί, η Κίρκη τον άγγιξε με το ραβδί — και εκείνος έμεινε ο εαυτός του. Η μάγισσα κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν και τι σήμαινε αυτό. Υποσχέθηκε να μην τον βλάψει και ελευθέρωσε τους συντρόφους του. Όταν ξαναπήραν ανθρώπινη μορφή, ήταν πιο νέοι και πιο όμορφοι από πριν.

Οι Έλληνες συζητούσαν πολύ αυτή την ιστορία. Το φίλτρο της Κίρκης δεν έφτιαχνε γουρούνια από το τίποτα· έβγαζε προς τα έξω αυτό που ήδη υπήρχε μέσα σε όποιον έπινε βιαστικά, χωρίς να σκεφτεί. Το μώλυ δεν ήταν όπλο. Ήταν η γνώση του εαυτού σου — και μόνο αυτή σου επιτρέπει να καθίσεις στο τραπέζι κάποιου άλλου και να σηκωθείς ακόμα άνθρωπος.